Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Ο Ρωμανός κι ο Τρόντι


(πρόχειρες σημειώσεις περί στρατηγικής και τακτικής)


Κι έτσι για άλλη μια φορά, μια εμπειρία αγώνα της εργατικής τάξης υποκινεί ένα καίριο άλμα για την καπιταλιστική αντίληψη των πραγμάτων –ένα άλμα που ουδέποτε αυτή η αντίληψη θα μπορούσε να είχε πραγματοποιήσει από μόνη της. Στο εξής τα αιτήματα της εργατικής τάξης θα αναγνωρίζονται από τους καπιταλιστές σαν αντικειμενικές ανάγκες της παραγωγής του κεφαλαίου· και σαν τέτοιες, όχι μόνο υιοθετούνται , αλλά επιδιώκονται ενεργητικά· όχι μόνο δεν απορρίπτονται μετά βδελυγμίας, αλλά γίνονται αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η μεσολάβηση του κινήματος της εργατικής τάξης στο θεσμικό επίπεδο και ειδικότερα στο επίπεδο των συνδικάτων αποκτά αποφασιστική σημασία. Ήδη με τη διατύπωση τους, τα αιτήματα του συνδικάτου βρίσκονται υπό τον έλεγχο εκείνων στους οποίους υποτίθεται πως πρέπει να επιβληθούν: υπό τον έλεγχο των αφεντικών που κατά τ’ άλλα υποτίθεται ότι διαχειρίζονται την εργατική αδιαλλαξία. Εντός του πλαισίου του συνδικαλιστικού αγώνα, τα εργατικά αιτήματα δεν είναι παρά αντανάκλαση των αναγκών του κεφαλαίου. (1)

   Ο Μάριο Τρόντι δεν είναι τόσο γνωστός στον «χώρο ιδεών» του εγχώριου ανταγωνιστικού κινήματος. Αν και βασικός «πνευματικός πατήρ» του operaismo (εργατισμός) δεν είχε την τόσο «χαρούμενη» συνέχεια του τέκνου του Antonio Negri. Αντίθετα ρεφόρμισε, γύρισε στο ΚΚΙ (υποστηρίζοντας πως αν η οργανωμένη ιταλική εργατική τάξη βρίσκεται εκεί, εκεί θα έπρεπε να δοθούν και οι μάχες τακτικής/στρατηγικής) και γενικά ας μείνουμε στ’ ότι δεν μας πολύενδιαφέρει ο αναθεωρητισμός του έπειτα. Αντίθετα, νομίζω πως έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον στο σήμερα η ενασχόληση με το πρότερο έργο του, όταν μέσω των Quaderni Rossi εξασκούσε πολεμική κριτική στη σοσιαλδημοκρατική/ρεφορμιστική γραμμή εντός της εργατικής τάξης και του κόμματος, υποστηρίζοντας ότι οι μάχες τακτικής θα έπρεπε να δίνονται στη βάση μιας άλλης στρατηγικής που υπήρχε «αυθόρμητα» εντός της τάξης. Της στρατηγικής της άρνησης (εργασίας).

   Ο Τρόντι ήταν επηρεασμένος όπως κι οι εγχώριοι συριζαίοι από την έννοια της «ηγεμονίας» του Γκράμσι, σύμφωνα με την ιδέα ότι οι ιδεολογίες έχουν μια σχετική αυτονομία που διαμεσολαβεί την ταξική σύγκρουση. Ο Τρόντι -αν και απ’ ότι έχω καταλάβει δεν το αρνιόταν αυτό- ξεκινούσε από άλλη βάση. Η αυθόρμητη υλική βάση της εργατικής τάξης είναι η άρνηση εργασίας. Η διαχείριση της εργατικής τους δύναμης είναι στα χέρια του κεφαλαίου, η διαχείριση του κεφαλαίου είναι στα χέρια της εργασίας τους. Και η εργατική δύναμη «δεν μετράει», αν δεν μετατραπεί σε εργασία, μέσα από τη μεσολάβηση διάφορων υπέροχων στιγμών ξοδέματος του εαυτού μας που υποψιάζομαι ότι βιώνετε οι περισσότεροι/ες. Οπότε η δυνατότητα «αρνησικυρίας» που χρησιμοποιούμε από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή απέναντι στα αφεντικά, τους συγκροτεί ιστορικά ως αστική τάξη από σκόρπια μπουρζουαζία, τους υπενθυμίζει τα υπαρξιακά τους, υλικά, άγχη του τι θα γίνουν χωρίς εμάς, τους αναγκάζει να διαμεσολαβήσουν τη σύγκρουση με ενσωμάτωση των αιτημάτων μας στο καπιταλιστικό πλαίσιο διαχείρισης της εργατικής μας δύναμης. Με πιο «προοδευτικό» στυλ και βραχιολάκια στα χέρια.

   Ο Τρόντι δεν αρνιέται την τακτική του συνδικαλιστικού αγώνα -ούτε από την άλλη μειώνει τη σημασία της μαζικής προλεταριακής εξέγερσης- που ξεκινάνε αμφότερα από αυτή τη στρατηγική αγώνα των εργατών. «Ενώ είναι αλήθεια πως η ταξική πάλη υπάρχει ακόμα και δίχως το κόμμα, πρέπει να σημειώσουμε πως κάθε ταξικός αγώνας είναι πολιτικός αγώνας», λέει και τονίζει: «μια συνέχεια αναγνωρίζουν οι εργάτες –τη συνέχεια των δικών τους άμεσων πολιτικών εμπειριών· και μια παράδοση, την παράδοση των αγώνων τους». Εδώ κοιτάει ουσιαστικά τον Γκράμσι και του απαντάει ότι πριν στραφούμε στο οικονομικίστικο πεδίο της διαταξικής ηγεμονίας του «λαού», θα έπρεπε να στραφούμε στην ίδια την πραγματικότητα της εργατικής τάξης και να κοιτάξουμε να διαμεσολαβήσουμε πολιτικά (σε επίπεδο τακτικής/στρατηγικής γύρω από τη σχέση τάξης-κόμματος-επανάστασης) τις αυθόρμητες αρνήσεις μας, κόντρα στις αστικές ιδεολογίες όπως είναι ο ανθρωπισμός, ο ρασιοναλισμός, ο ιστορικισμός. Οι διανοούμενοι του κόμματος και της παράδοσης έχουν αποκοπεί από την τάξη μας και τις άμεσες διαθέσεις της. «Για άλλη μια φορά το πρόβλημα πρέπει να απορριφθεί εξ’ ολοκλήρου»…



Ο αγώνας του Νίκου Ρωμανού, των συντρόφων του και του κινήματος αλληλεγγύης ήταν ένας πραγματικός αγώνας, με πραγματικά επίδικα, με πραγματικές συγκρούσεις και πραγματικά όρια. Εκκινούσε -ρητά ή άρρητα, διαμέσου διαφοροποιημένων πολιτικών/κοινωνικών ταυτοτήτων- από τη στρατηγική της άρνησης της βιοκυριαρχίας του κράτους και του κεφαλαίου πάνω στα σώματα μας. Ένα αίτημα που συγκίνησε τις υλικές πραγματικότητες αρκετών (ακροατών; θεατών; συγγενών; υποστηρικτών; σίγουρα με βασικό κοινωνικό ρόλο ως μισθωτών ή μικροαστών στην «συμβολαιακή» συνοχή του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού) γύρω μας. Η τακτική βέβαια ήταν στα χέρια του ευρύτερου α/α χώρου και του κόσμου του Δεκέμβρη που επανασυσπειρωθήκαμε σε λιγότερο ή περισσότερο  συνθήκες «ψυχολογικού εκβιασμού» γύρω από το ζήτημα ζωής ή θανάτου ενός αγωνιζόμενου αναρχικού ένοπλου ληστή με σάρκα και οστά (αλλά και υψηλό ιδεολογικό συμβολισμό για την εκτός χώρου κοινωνία ως «παιδί, φίλος του Αλέξη»). Η τακτική ενός κομματιού αυτού του χώρου κινείται -χωρίς αναγκαστικά να το έχει ως συνείδηση- στη βάση της στρατηγικής της μελλοντικής αριστερής κυβέρνησης, περί «φασιστικού κινδύνου», «απέναντι στο νέο ολοκληρωτισμό» στα «χωρικά». Η ευρύτερη αντιφασιστική στρατηγική χώρου-ΣΥΡΙΖΑ» μπάζει γενικώς από παντού. Θυμηθείτε ότι μέχρι τελευταία στιγμή υποτίθεται (για τους συριζαίους) πως ο Σαμαράς τα έκανε αυτά για να φτιάξει κυβέρνηση με τη ΧΑ. Οι φασίστες την ίδια στιγμή έδιναν μάχη για να πάρουν λίγο χώρο δημοσιότητας τα ηχογραφημένα αποσπάσματα συνομιλιών του πρωθυπουργού με δικαστικούς για τις προφυλακίσεις τους.

Ο «χώρος» έχει συνηθίσει απλά να καταγγέλλει τις ιδεολογικές μεσολαβήσεις  (ανθρωπισμός, ηγεμονία αριστερού λόγου κτλ.) πάνω στις οποίες στηρίζονται σχεδόν πάντα αγώνες όπως οι απεργίες πείνας και στις πλάτες αυτών φέρνουν πρακτικά αποτελέσματα. Όπως δεν υπολογίζει τα αιτηματικά όρια των αγώνων που δίνει βάση του εξεγερσιακού φαντασιακού που τον συγκροτεί στη μεταπολίτευση απέναντι στην αριστερά. Συγκροτείται μίζερα με βάση την πιο παραδοσιακή γενικόλογη ιδεολογική άρνηση ως «ρεφορμιστικών» όλων των παραπάνω (ιδιαίτερα το κομμάτι του που γαλουθήκε πριν τις κινηματικές συνθήκες του ‘06-’08, ας σημειωθεί εδώ ότι η «νέα», «μαχητική» αναρχία διαφέρει σε σχέση με αυτό το σημείο από τους μαύρους πατεράδες της που ακολουθεί πιστά σε άλλες νοοτροπίες πρωτοπορίας). Αυτή η τακτική του «δεν έχουν σημασία οι νίκες οι ήττες» και στις οποίες υπολανθάνει ο αγώνας ως μαρτύριο (συνεχίζοντας την αριστερή παράδοση), έχει κι ένα δίκιο. Γενικά τα σώματα μας ταλαιπωρούνται σε αυτόν τον κοινωνικό σχηματισμό. Οτιδήποτε αιτούμαστε, χτίζουμε, οργανώνουμε, ενσωματώνεται σε χρόνο dt από το κεφάλαιο. Επίσης, τι σκατά νίκη να πανηγυρίσουμε όταν οι (να υπενθυμίσουμε, όχι αναγκαστικά προλεταριακής καταγωγής) Σύριοι απεργοί πείνας σκουπίστηκαν εν μια νυχτί από το Σύνταγμα; Η θεσμοθέτηση των βραχιολακιών είναι ένα κατασταλτικό μέτρο που ταιριάζει με την προοδευτική διαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ ως συνέχεια του αστικού κράτους. Συνταιριάζει με τις ανάγκες του κεφαλαίου το αίτημα που μας παρακίνησε για «ανάσες ελευθερίας», αναποδογυρίζοντας το, προφανώς.

Η υλική πραγματικότητα που διαμορφώνει τα όρια αυτού του αγώνα είναι η απαίτηση ενός κρατούμενου απεργού πείνας με εξεγερσιακές (ατομικιστικές) αναρχικές ιδέες αντί να κλειστεί σε κανά κολαστήριο τύπου Γ’ να ξεφύγει λίγο από τον εγκλεισμό μέσω σπουδών σ’ ένα πανεπιστήμιο. Ο αγώνας αυτός κέρδισε -κατά κράτος που λέμε- ιδεολογικά και δημοκρατικά (άρα είναι παράλληλα και μια ήττα στο περιεχόμενο) και θα κερδίσει και συνδικαλιστικά/πραγματικά όταν υλοποιηθεί η παρουσία του Ρωμανού μαζί με άλλους (μη) κρατουμένους συμφοιτητές του στο ΤΕΙ Αθήνας. Χρειάζεται ταυτόχρονα να υπολογίζουμε στο τι λέμε, την πραγματική κατάσταση των προλετάριων κρατουμένων, το «πραγματικό τους σύνταγμα» περί αδειών και απεργιών πείνας που είχε πληγεί μετά την απόδραση του «πολιτικού» Ξηρού. Ο αγώνας αυτός φαίνεται από τη μια να αποτελεί νικηφόρα ρωγμή στο καθεστώς αυθαιρεσίας και αναδιάρθρωσης προς το χειρότερο των συνθηκών εγκλεισμού, από την άλλη μάλλον αποτελεί ήττα σε σχέση με τη μη επικοινωνία του με τους μαζικούς αγώνες κρατουμένων που είχαν δοθεί πανελλαδικά το προηγούμενο διάστημα ενάντια στις φυλακές τύπου Γ.

Αποτελεί λοιπόν προφανές πολιτικό όριο ότι ο αγώνας αυτός δεν ξεκίνησε από κάποιον συλλογικό αγώνα πολιτικών-ποινικών αλλά από μια πολιτική «παρέα» αγωνιζόμενων κρατουμένων, που βέβαια δεν πρέπει να τις χρεώνουμε περσινές αποφάσεις του κράτους, τις οποίες -έλεος- δεν τις πήρε χαμπάρι κανένα κίνημα. Αυτό που θα μπορούμε να την κατηγορήσουμε (κι εμάς ως «έξω κίνημα») είναι για έλλειψη πολιτικής ανάλυσης, επικοινωνίας, τακτικής και στρατηγικής του αγώνα τους σε υπόλοιπους κρατουμένους, στο «έξω κίνημα» και στην υπόλοιπη «κοινωνία». Αλλά αυτό αποτελεί πάγιο πρόβλήμα επικοινωνίας, σύνδεσης, ποιότητας, περιεχομένου των (γενικότερων) αγώνων (όλων) μας τα τελευταία χρόνια Ας αναρωτηθούμε; Ποιος είναι αυτός ο αγώνας που δόθηκε τα τελευταία χρόνια επιχειρώντας να μπλοκάρει κεντρικά την αναδιάρθρωση με αφορμή μια συνδικαλιστική σύγκρουση και δεν το διαμεσολαβούσε η αριστερή ιδεολογία (π.χ. ΕΡΤ) και άρα η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, ή κατάφερε να ξεφύγει από τον μικρόσκομο της αιστεράς/αναρχίας και να συνδέσει επιμέρους κοινότητες αγώνα.

Όπως και από την άλλη, είχε αναγνωριστεί από πολλούς ως μεγαλύτερο πρόβλήμα, η έλλειψη οργανωμένων συγκρούσεων γύρω από «ρεφορμιστικά» επίδικα που παίρνει κεντρική κατεύθυνση κι εντέλει επιβάλλει με τη συγκρουσιακή της δύναμη διάφορους όρους στο (άκροπασοκο)δεξιό κράτος. Εδώ για άλλη μια φορά τα μπουκάλια στα Εξάρχεια και πανελλαδικά κάναν τη δουλειά τους (την άλλη μίση την ανέλαβε η Κωνσταντοπούλου). Να θυμηθούμε εδώ τίποτα «επαναστατικές» αντιμνημονιακές γελοιότητες τύπου Φωτόπουλου, απεργία εκπαιδευτικών, εργαζομένων ΜΜΜ κτλ. Κι όμως η «κοινωνία» -και στις δυο της πλευρές που εκφράστηκαν τώρα με οξυμένα ιδεολογικά επιχειρήματα- θυμάται τις προηγούμενες αυτές νίκες/ήττες και ανάλογα αισιοδοξεί ή σιχτιρίζει, μετά τη (σχετικά) νικηφόρα (με όρους ιδεολογικής ηγεμονίας σίγουρα) εξέλιξη (για εμάς) της απεργίας πείνας του Ν. Ρωμανού.

    Ας μην κολλάμε στη συμβολική χρήση των ορών νίκη/ήττα που έχει ξεσκίσει η αριστερή αστική ιδεολογία. Ας σκεφθούμε διαλεκτικά και ψύχραιμα. Για το ευρύτερο «τάξη δι’ εαυτών» των εκμεταλλευόμενων/προλετάριων, συνιστά μια τακτική ήττα/υποχώρηση σε επίπεδο αγώνα η αντικατάσταση των οποιοσδήποτε αδειών των κρατουμένων με βραχιολάκια. Αν και το (ακροποσοκο)δεξιό κράτος δεν φάνηκε πολύ πρόθυμο να τρέξει αυτή την τεχνολογική βιοπολιτική αναδιάρθρωση, η αριστερά του συριζα φαίνεται πρόθυμη να ικανοποιήσει τέτοιου είδους «προοδευτικά» αιτήματα διαχέοντας την καπιταλιστική αναδιάρθρωση της άμισθης κοινωφελούς εργασίας και της τηλε-παρακολούθησης με βραχιολάκια στα σώματα όλων και περισσότερων (μισο)αποκλεισμένων από την εργατική συνθήκη, που ενδεχομένως θα βρεθούν να χρωστάνε απέναντι στις κρατικές αρχές. Ας αναγνωρίσουμε, έστω, ότι με τον απολογισμό του αγώνα που δόθηκε, ανοίγουν έστω αυτά τα ζητήματα τακτικής/στρατηγικής στο εσωτερικό του ανταγωνιστικού κινήματος, όπως και η συζήτηση για τον γενικότερο κατασταλτικό ρόλο αυτού του τεχνολογικού μέσου πειθάρχησης της εργατικής δύναμης, που θα αποτελέσει όπλο στη φαρέτρα της αριστερής διαχείρισης της αναδιάρθρωσης.

   Υπάρχει, εντέλει, ένα πολιτικό κάλεσμα για μάχη από τον προλεταριακό ανταγωνισμό της Ιταλίας του ’60 που έμενα μου ακούγεται επίκαιρο (παρά την αλλαγή ταξικής σύνθεσης από τον εργάτη μάζα και τον φορντισμό στο διάχυτο κοινωνικό εργοστάσιο) και προτείνω να του δώσουμε σημασία στην ενδιαφέρουσα ιστορική καμπή που (εγώ χαίρομαι, ενδεχομένως επειδή περιμένω ν' ανέβει το επίδομα ανεργίας, όπως μας έχει υποσχεθεί ο Αλέξης) φαίνεται ότι θα μπλεχτούμε:


 «Καμιά εργατική επανάληψη της αστικής επανάστασης, καμιά εργατική τάξη που ακολουθεί τα χνάρια της επανάστασης –καμιά επανάσταση γενικώς έξω από την εργατική τάξη, έξω από αυτό που είναι η τάξη, έξω από αυτό που η τάξη αναγκάζεται να κάνει. Κριτική του πολιτισμού σημαίνει να πάψουμε να είμαστε διανοούμενοι. Επαναστατική θεωρία σημαίνει άμεση ταξική πάλη επί τω έργω».

(1) Όλα τα τσιτάτα του Mario Tronti αποτελούν αντιγραφές από το «AUTONOMIA σκέψεις, αγώνες, μαρτυρίες των Ιταλών Αυτόνομων (1970-1980)», Εκδόσεις Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα, Αθήνα 2010. Κεφάλαιο: «Η στρατηγική της άρνησης»  (σ. 46-70), που αποτελεί μετάφραση από το βιβλίο του Mario Tronti  Operai e Capitale («Εργάτες και Κεφάλαιο»). 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου