Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Παράγοντας στατιστικές πληροφορίες για το ελληνικό κράτος

η σκοπιά ενός μόνιμα ελαστικού «ιδιώτη συνεργάτη» της ΕΛ.ΣΤΑΤ. 


Περιπλανώμενος με την κάρτα ανεργίας μου στην αγορά εργασίας τα τελευταία 2 χρόνια, [1] έχω υπάρξει και σε μια «απασχόληση» που δεν εναλλάσσεται και έχει αποδειχθεί σταθερή στον χρόνο που μου απορροφά και στο ποσό χρημάτων που μου ανταποδίδει. (Όχι και τόσο) προφανώς, είναι μια δουλειά, που όπως πολλές τη σήμερον ημέρα, δεν θεωρείται δουλειά αλλά εξωτερική συνεργασία, δεν έχει σταθερό μισθό, πληρώνει πολύ καιρό μετά το πέρας της εργασίας μέσω απόδειξης δαπανών και ταυτόχρονα καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες μιας δημόσιας υπηρεσίας. Αυτή η εργασία που δεν θεωρείται εργασία πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο από φοιτητές, ανέργους, επισφαλώς εργαζόμενους ή νοικοκυρές που ερευνούν, συλλέγουν και καταγράφουν τα στατιστικά στοιχεία του ελληνικού κράτους γύρω από τις δραστηριότητες της ελληνικής κοινωνίας και αποκαλούνται «Ιδιώτες Συνεργάτες» (Ι.Σ.) της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Με άλλα λόγια, στο κείμενο που διαβάζετε θα προσπαθήσω να εξηγήσω πως π.χ. γίνεται να παράγονται τα ποσοστά της ανεργίας (της κύριας έρευνας της ΕΛ.ΣΤΑΤ. τα δεδομένα της οποίας όλοι επικαλούμαστε όταν μιλάμε για το ζήτημα) μέσα από την εργασία ενός (τυπικά) ανέργου. Καθόλου εύκολη διαδικασία όπως θα καταλάβετε, ιδιαίτερα επειδή οι σκέψεις που θα μοιραστούμε προέρχονται από ατομικά βιώματα που δεν έχουν συναντηθεί σε κάποια αγωνιστική κινητοποίηση με άλλα αντίστοιχα βιώματα συναδέλφων, αν εξαιρέσουμε τις απογραφές του 2011 και του αγώνα που δόθηκε τότε [2].
\
Όλα ξεκινάνε με τη συμπλήρωση μιας φόρμας στο διαδύκτιο, ανά 8 μήνες μετά από κάποια διαφήμιση σε κάποιο site του στυλ «νέες θέσεις εργασίας από την ΕΛ.ΣΤΑΤ.». Στη φόρμα συμπληρώνεις τα στοιχειά σου, την προηγούμενη συμμετοχή σου σε ανάλογες έρευνες, τρεις περιοχές που σε ενδιαφέρουν να εργαστείς και πόσο χρόνο μπορείς να διαθέσεις (40, 80 ή 120 ώρες τον μήνα, αν θυμάμαι καλά, οι επιλογές), αν επιθυμείς έρευνες σε νοικοκυριά ή επιχειρήσεις [3] και δηλώνεις ότι οι αμοιβές σου από παροχή υπηρεσιών το προηγούμενο έτος δεν ξεπερνούν τα 4.900 ευρώ. Πατώντας το «κλικ» γίνεσαι μέρος του «Μητρώου Ιδιωτών Συνεργατών» της ΕΛ.ΣΤΑΤ.» όπου ανάλογα με την προηγούμενη εργασιακή σου εμπειρία σε στατιστικές έρευνες/δημοσκοπήσεις) και τις σπουδές σου βαθμολογείσαι [4] σε σχέση με τις θέσεις εργασίας που ζητά η κάθε στατιστική έρευνα σε κάθε περιοχή (που εκτιμώ ότι κυμαίνονται από 200 ως 1000 θέσεις πανελλαδικά, σε ένα έτος οπότε φαντάζομαι εργάζονται σε διαφορετικές φάσεις κάμποσες χιλιάδες άτομα με αυτό το καθεστώς).

Ουσιαστικά, ο τρόπος επιλογής προάγει αυτούς που έχουν εργαστεί στο παρελθόν και δεν τα έχουν παρατήσει. Το μεγαλύτερο κομμάτι της πρόσκλησης της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για τη συγκεκριμένη απασχόληση, εξηγεί ότι ο «συνεργάτης» διαγράφεται από το «Μητρώο Ι.Σ.», καθώς και από το επόμενο που θα βγει στις παρακάτω περίπτώσεις: Αν αρνηθεί κάποια έρευνα που θα του προσφερθεί, ουσιαστικά αν δεν απαντήσει ουσιαστικά εντός 48 ωρών με ΝΑΙ στο SMS που θα του σταλεί και θα τον ενημερώνει ότι επιλέχθηκε. Αν παρατήσει στη μέση μια έρευνα που ξεκίνησε. Αν δεν ανταποκριθεί καλά στη δουλειά του (π.χ. παραδώσει πολύ λίγα στατιστικά δελτία) και αξιολογηθεί αρνητικά. Από την πλευρά των αφεντικών πρόκειται σίγουρα για έναν αρκετά αποδοτικό τρόπο να αξιολογούν αυτό το διάχυτο εργατικό δυναμικό, να ξεσκαρτάρουν αυτούς που δεν έχουν τόση όρεξη για δουλειά και να μη σπαταλάνε τόσο χρόνο στο να επιλέγουν και να αντικαθιστούνε τους κάθε φορά «συνεργάτες», δίνοντας ως ανταμοιβή σε όσους αντέχουν απλά τη συνέχιση της εργασίας. Από εργατική σκοπιά πάλι πρόκειται για μια ακόμα διαδικασία πειθάρχησης μας που στόχο έχει να απολέσουμε το παραμικρό στοιχείο προσωπικής επιλογής και προγραμματισμού πάνω στον χρόνο και τις συνθήκες τις εργασίας μας (βλ. και την ανάλυση της συλλογικότητας μας για το workfare ως επιβολή της εργασίας στους ανέργους [5]).

Προσέξτε: Δεν υπογράφουμε κάποια σύμβαση εργασίας με υποχρεώσεις και δικαιώματα, μόνο μια υπεύθυνη δήλωση ότι «η παροχή υπηρεσιών δεν θεωρείται ότι υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας». Όμως υποχρεούμαστε ως «εξωτερικοί» να είμαστε διαθέσιμοι κάθε στιγμή και ώρα που θα επιλέγουμε από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. ανεξάρτητα του τι άλλο κάνουμε στη ζωή μας για να επιβιώσουμε. «Καλά», θα ρωτήσει κάποιος άσχετος με τις σύγχρονες επισφαλείς συνθήκες εργασίας, «σου προσφέρεται δουλειά σε τέτοια περίοδο κρίσης κι εσύ έχεις το θράσος να γκρινιάζεις ότι σου επιβάλλεται;» Προτεινόμενη απάντηση: «Ναι, γιατί κάνω ταυτόχρονα 2-3 τέτοιες δουλειές για να επιβιώσω και προσπαθώ να καθορίσω στο ελάχιστο τον τρόπο που θα ανταπεξέλθω χωρίς να πάθω υπερκόπωση, μαλάκα». Εναλλακτικά, μπορούμε να δούμε τις συνθήκες εργασίας αυτής της υποτίθεται «φοβερής ευκαιρίας για δουλειά».

Κατ’ αρχήν, μπορεί να υποχρεούσαι να εργάζεσαι όποτε σου ζητήσουν κάτω από τις δικές τους συγκεκριμένες προθεσμίες, αλλά η πληρωμή γίνεται στην καλύτερη 5 μήνες, στην χειρότερη ενάμιση χρόνο, μετά την παράδοση των στατιστικών δελτίων. Άλλη μια εργασία δηλαδή που πρέπει για τ’ αφεντικά να εκτελεστεί χωρίς να πρέπει να τους απασχολεί ο τρόπος επιβίωσης των εργαζομένων, της κάλυψης των καθημερινών και μηνιαίων τους εξόδων. Την ΕΛ.ΣΤΑΤ. αναλόγως δεν την απασχολεί αν λόγω αυτής της δουλειάς για τον ΟΑΕΔ μπορεί και να θεωρηθούμε εργαζόμενοι (θεσμικά το τοπίο θεωρείται ακόμα «γκρίζο», υποκείμενο στην καλή διάθεση των υπαλλήλων που θα το πάρουν χαμπάρι), ούτε φυσικά το πώς θα αποκτήσουμε ασφάλεια υγείας. Αυτός άλλωστε είναι κι ο λόγος που μεγάλο κομμάτι των «Ι.Σ.» έχουν ταυτόχρονα τη φοιτητική ιδιότητα και συγκατοικούν με γονείς που του καλύπτουν μεγάλο μέρος αυτών των αναγκών.

Έπειτα, αυτή η εργασία, όποτε πληρώνεται, πληρώνεται με το κομμάτι και υπόκειται σε παρακράτηση φόρου 25%. Το δεύτερο σημαίνει ότι το ¼ των χρημάτων που δικαιούσαι μπορεί να τα πάρεις μέχρι και 2μιση χρόνια μετά την παράδοση της εργασίας σου, στη φορολογική δήλωση της επόμενης χρονιάς από αυτής που θα πληρωθείς. Μπορεί βέβαια και να μην τα πάρεις ποτέ αναλόγως των υπόλοιπων εισοδημάτων ή της ακίνητης περιουσίας που διαθέτεις [6]. Τ’ ότι δουλεύεις με το κομμάτι σημαίνει ότι ο χρόνος που χρειάζεσαι για να επικοινωνήσεις με τους ανθρώπους των νοικοκυριών που αποτελούν το δείγμα δεν ταυτίζεται με το χρόνο που πληρώνεσαι, αφού ένα σημαντικό κομμάτι του δείγματος (40-50% στις περισσότερες έρευνες που οι ειδοποιήσεις στα νοικοκυριά δεν στέλνονται ταχυδρομικώς από την ΕΛ.ΣΤΑΤ.) αντιστοιχεί σε κενά διαμερίσματα ή σε κατοίκους που δεν έχουν χρόνο/διάθεση να απαντήσουν και σπανίως δίνεται η δυνατότητα αντικατάστασης που μειώνει την αξιοπιστία της έρευνας (τ’ ότι το δείγμα επιλέγεται με τυχαίο τρόπο κι όχι π.χ. από γνωστούς). Οπότε ένας «Ι. Σ.» αντιμετωπίζει συνεχώς την αντίστοιχη ταλαιπωρία και άγχος ενός εξωτερικού υπαλλήλου/πλασιέ προϊόντων που ο (μελλοντικός) «μισθός» του ταυτίζεται με τον αριθμό των προσώπων που θα πείσει μέσω των επικοινωνιακών μέσων που θα χρησιμοποιήσει να διαθέσουν κάποιο χρόνο συνεργασίας.

Στις αντιξοότητες του επαγγέλματος προστίθεται ο μικροαστικός φόβος ενός σημαντικού κομματιού της ελληνικής κοινωνίας, με τους εργαζόμενους πόρτα-πόρτα να θεωρούμαστε a priori ύποπτοι εισβολείς με στόχο να πλήξουμε την ασφάλεια της ιδιοκτησίας τους. Τέλος, για έναν ενεργό πολιτικά «Ι.Σ.» όπως του λόγου μου, δεν μπορεί να μην επισημανθεί η σχιζοφρένεια του να προσπαθείς να πείσεις αγανακτισμένους με τις πολιτικές του ελληνικού κράτους συμπολίτες (που δεν είναι επίσης λίγοι) για την επιστημονική/πολιτική ουδετερότητα της εργασίας σου, που δεν έχει ως στόχο το «φακέλωμα» των προσωπικών τους δεδομένων [7]. Πιο πολύ πετυχαίνει η ταξική ειλικρίνεια του «άνεργος είμαι κι εγώ και βγάζω ένα μεροκάματο πληρωνόμενος με το κομμάτι», ενώ αντίθετα η επίκληση στο υποχρεωτικό βάση νόμου της συμμετοχής στην έρευνα μπορεί να προκαλέσει μικρές αντικρατικές εκτονώσεις στο πρόσωπο σου με φόντο κλειστές πόρτες σκοτεινών πολυκατοικιών (υποσημείωση: οι μετανάστες στα υπόγεια αποδεικνύονται σχεδόν πάντα φίλοι μας, όπως και αρκετοί φοιτητές που καταλαβαίνουν βάσει και της δικιάς τους εμπειρίας).

Όσο ενδιαφέρον κι αν έχει ο συγχρωτισμός με τον «κοσμάκη εκεί έξω» (και, πιστέψτε με, έχει για το τι λέμε εμείς οι «πολιτικοποιημένοι») 2-3 καθαρές ώρες door-to-door εργασίας τα απογεύματα, τα Σ/Κ ή τις αργίες συνιστούν μια ιδιαίτερα κοπιαστική και αλλοτριωτική συνθήκη (πόσο μάλλον αν την κάνεις παράλληλα με πρωινή απασχόληση…) που αποτελεί την υλική βάση αυτής της παραγωγικής διαδικασίας. Σε αυτήν πρέπει να προσθέσουμε τη μίζερη συμπληρωματική δουλειά γραφείου, υποβοηθητικών τηλεφωνημάτων, εισαγωγής των δεδομένων σε υπολογιστές (που επιζητούν να αποφύγουν οι «μόνιμοι»), την παρακολούθηση απλήρωτων σεμιναρίων για την κάθε έρευνα και τον χρόνο και τα έξοδα μετακίνησης στο κτίριο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (στα Καμίνια) για την παραλαβή/παράδοση του υλικού. Εντέλει, όλα τα παραπάνω αποτελούν εργασία που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ΕΛ.ΣΤΑΤ., χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να παράγει το υλικό της που αξιοποιείται μετά από πολιτικούς/κοινωνικούς και επιστημονικούς φορείς πανευρωπαϊκά ως αντικειμενικό δεδομένο για την εξαγωγή κοινωνιολογικών συμπερασμάτων και την χάραξη των αντίστοιχων πολιτικών. Η ιδιαίτερη φύση, από την άλλη, της εργασίας (μη ύπαρξη συγκεκριμένου, σταθερά ορισμένου χρόνου και χώρου εργασίας) δίνουν το νομικό πάτημα στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. να την εκμεταλλεύεται ως εξωτερική «συνεργασία».

Ανεξάρτητα από την άποψη των νεοφιλελεύθερων αφεντικών μας [8] για την φύση της εργασίας μας, αυτή απαιτεί όπως είδαμε σταθερές και πιεστικές υποχρεώσεις από τις ζωές μας κάθε μήνα και ως αντάλλαγμα μας αμείβει (σε περίπτωση που επιλέξουμε το ανώτατο χρόνο εργασίας ανά μήνα) με 2.500-3.000 ευρώ καθαρά σε ετήσια βάση, σε 8-9 δόσεις που κατά μέσο όρο κυμαίνονται από 150 ως 450 ευρώ. Ένα ποσό με το οποίο δεν ζει προφανέστατα κανείς μόνος του, αλλά είναι μια χαρά για τον χρόνο που μπορεί να διαθέσει ένας/μια φοιτητής/τρια. Το βασικό πρόβλημα που απασχολεί επομένως εμάς τους «Ιδιώτες Συνεργάτες» είναι η απίστευτη γραφειοκρατία και αυθαιρεσία που εμποδίζει την όσο το δυνατόν εγκυρότερη καταβολή των δεδουλευμένων μας, κεντρική αφορμή άλλωστε της αγωνιστικής κινητοποίησης των ανέργων/εργαζομένων που συμμετείχαμε στην πανελλαδική απογραφή της ΕΛ.ΣΤΑΤ. το 2011. Παρά την υπαρκτή ανάμνηση της ελπιδοφόρας κοινότητας αγώνα που φτιάχτηκε τότε σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και επέβαλλε με καταλήψεις κτιρίων την επιτάχυνση της διαδικασίας πληρωμής, δεν υπήρξε κάποια οργανωτική συνέχεια που να ορθώνει κάποιο συλλογικό ανάχωμα στην εκμετάλλευση/ελαστικοποίηση της εργασίας μας ή έστω να βοηθάει στη σύσφιξη συναδελφικών δεσμών που θα τα βάλουν με την ατομικοπόιηση και τον κατακερματισμό μας. Οι «Ι.Σ.» συναντιόμαστε μόνο στα σεμινάρια, συμμετέχουμε σε διαφορετικές έρευνες, σε διαφορετικές περιοχές και εν γένει τραβάμε ο καθένας το δικό του δρόμο
.
Λόγω αυτής της έλλειψης, μέχρι στιγμής οι αντιδράσεις απέναντι στο μοντέλο εργασίας περιορίζονται μόνο στην ατομική «γκρίνια», σε ατομικά σαμποτάζ ή απλά στο να παρατήσεις τη δουλειά και να πρέπει να αντικατασταθείς τελευταία στιγμή. Όταν λέμε «γκρίνια», εννοούμε π.χ. ότι παίρνουμε συνεχόμενα τηλέφωνα και ψάχνουμε τους αρμόδιους για τις καθυστερήσεις Ή οι σεκιουριτάδες του κτιρίου διπλοτσεκάρουν τα στοιχεία μας πριν μπούμε και δεν μας αφήνουν χωρίς συνοδεία στο κτίριο, γιατί υποστηρίζουν ότι μια αγανακτισμένη συναδέλφισσα έφτασε έξω από το γραφείο του πρόεδρου για να διαμαρτυρηθεί για την απληρωσιά της. Όταν λέμε σαμποτάζ, π.χ. καθυστερούμε να παραδώσουμε το υλικό που μας ζητείται γιατί «δεν έχουμε λεφτά να πληρώσουμε το εισιτήριο του λεωφορείου». Η απάντηση εκεί είναι ότι θα θεωρηθεί άρνηση εργασίας, θα διαγραφούμε από το Μητρώο και μπορεί να μην πληρωθούμε και ποτέ. Σε τέτοιες (ρητές ή άρρητες) κόντρες μπορούμε να συναντήσουμε και τη σημαντική συναδελφική υποστήριξη από τους «μονίμους»/προϊστάμενους μας, που μας «καλύπτουν» σε σχέση με τα χρονικά περιθώρια παράδοσης που έχουμε ξεπεράσει. Μια άλλη μορφή ατομικού σαμποτάζ είναι η προσπάθεια συμπλήρωσης δελτίων, χωρίς να ακολουθείς όλες τις τυπικότητες που προσδίδουν αξιοπιστία στην έρευνα και αυξάνουν τον χρόνο εργασίας (π.χ. αποφεύγοντας να πάρεις τηλέφωνα για επιβεβαίωση στοιχείων που πρέπει να ξανατσεκάρεις ή αντικαθιστώντας όσους από το δείγμα αρνούνται να συμμετάσχουν στην έρευνα με πιο φιλικούς γείτονες τους κι άλλα πολλά που καλό θα ήταν να μην τα διαβάσουν τ’ αφεντικά της ΕΛ.ΣΤΑΤ.).

Στην περίπτωση της έρευνας για την ανεργία (εργατικού δυναμικού) παρατηρούνται οι μεγαλύτερες καθυστερήσεις πληρωμών, ως κι ενάμιση χρόνο μετά την παράδοση του υλικού, με την ΕΛ.ΣΤΑΤ. να επικαλείται ως αιτία τους ελέγχους που γίνονται για την παράδοση παραπάνω καινούριων δελτίων των αναμενόμενων από μερικούς συναδέλφους (και ενώ αυτό αποτελεί ζητούμενο από τους προϊσταμένους μας) [9], ή την ύπαρξη φορολογικών εκκρεμοτήτων από άλλους συναδέλφους, γεγονός που μπλοκάρει την πληρωμή όλων. Γι’ αυτό τον λόγο έχει τύχει τα τελευταία δυο χρόνια ν’ ανταλλάξουμε mail με κάποιους συναδέλφους και να έχουμε ανέβει να διαμαρτυρηθούμε 7-8 άτομα μαζί στα γραφεία των υπευθύνων που συνήθως μας πετάνε «μπαλάκι» ο ένας στον άλλον, μέχρι τον πρόεδρο που φυσικά δεν ασχολείται με εμάς τους «εξωτερικούς», ακόμα κι αν πρωτοκολλούμε αίτηση συνάντησης μαζί του. Αυτές οι πιο «αυθόρμητες» διαδικασίες διαμαρτυρίας όμως δεν έχουν αναπτυχθεί σε κάποιο πιο οργανωμένο και σταθερό επίπεδο συναδελφικής επαφής.

Το αν αυτή η οργανωμένη και μαχητική συναδελφική επαφή θα βρει ένα τρόπο να αυτοθεσμιστεί -ξεπερνώντας τις δομικές δυσκολίες συνδικαλιστικής οργάνωσης που νομίζω ότι σκιαγραφήθηκαν στο κείμενο/εργατική εμπειρία που διαβάζετε- αποτελεί ένα συνεχές ζητούμενο στις σύγχρονες συνθήκες ελαστικής/επισφαλούς εργασίας. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι μόνο για τις αποτυχημένες συνταγές οργάνωσης, τύπου σωματείο ή (λενινιστικό) κόμμα, που μας προσφέρονται μέχρι στιγμής. Μπορούμε να είμαστε επίσης σίγουροι ότι σ’ αυτήν την προσπάθεια δεν έχει ερευνηθεί όσο θα έπρεπε η δυναμική νέων μέσων οργάνωσης, όπως π.χ. η χρήση των social media (και στην περίπτωση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. των mailing list μέσω των όποιων επικοινωνούνε μαζικά μ’ εμάς για κάθε έρευνα). Μπορούμε ακόμα να είμαστε βέβαιοι ότι όσο σταθεροποιούμαστε οι μόνιμα ελαστικοί και μαθαίνουμε να επιβιώνουμε μέσα σε ένα συνεχές περιβάλλον υποτίμησης της εργατικής μας δύναμης, αυξάνονται οι υποκειμενικές δυνατότητες οργάνωσης μας. Μπορούμε, τέλος, να είμαστε 100% βέβαιοι ότι τίποτα δεν θα γίνει προς αυτή την κατεύθυνση αν δεν το προσπαθήσουμε.

Σημειώσεις:

[1] Βλ. ενδεικτικά «Το Workfare στη ζωή μου (ή 56 μέρες κοινωφελούς εργασίας στον πολιτισμό)», η Σφήκα, τ.6, Μάρτιος 2014, http://skya.espiv.net/το-workfare-στη-ζωή-μου-ή-56-μέρες-κοινωφελούς-ε/ και «Δευτέρες χωρίς λιακάδα, πόρτα, πόρτα, διπλοθεσίτης δημοσίου» στο http://polyergaleio.blogspot.gr/2012/10/blog-post.html
[2] Βλ. τα κείμενα «Ο αγώνας των απογραφέων – (συμπεράσματα από) Μία μικρή νίκη με μεγάλη, ίσως, σημασία», Σφήκα, τ. 2-3, Απρίλης-Μάης 2012 και το «Όταν κάποιοι επισφαλείς οργανώνονται – ο αγώνας των απογραφέων/τομεαρχών» στο http://polyergaleio.blogspot.gr/2011/12/blog-post_04.html
[3] Η έρευνα σε επιχειρήσεις γίνεται σε εργάσιμες μέρες και ώρες και επειδή δεν έχω εικόνα για τις συνθήκες εργασίας σε αυτή την κατηγορία, ό,τι γράφεται σε αυτό το κείμενο έχει να κάνει με την κατηγορία των ερευνών σε νοικοκυριά.
[4] Εγώ δούλεψα πρώτη φορά τον Οκτώβρη του ’12 μετά από αίτηση που έκανα τον Απρίλη για να εργαστώ το οχτάμηνο από Μάη ως Δεκέμβρη. Φαντάζομαι μέτρησαν τα μόρια που είχα από τη συμμετοχή μου στις πανελλαδικές απογραφές της ΕΛ.ΣΤΑΤ. το 2011. Μέχρι σήμερα έχω συμπληρώσει άλλες 3 φορές την ίδια φόρμα και έκτοτε εργάζομαι κάθε μήνα του 8μηνου στο οποίο αιτούμαι.
[5] Βλ. «Workfare: η συνέχεια της ανεργίας με άλλα μέσα», σ.κυ.α., Ιούνιος 2013, http://skya.espiv.net/2013/07/07/workfare-η-συνέχεια-της-ανεργίας-με-άλλα-μέσα/
[6] Π.χ. αν είσαι άνεργος (για τον ΟΑΕΔ) που κατοικείς σε δικό σου διαμέρισμα 50 τ.μ. με 3.000 ευρώ εισόδημα το 2013 από «ελευθέρια επαγγέλματα» (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) και άλλα 3.000 από μισθωτές υπηρεσίες (π.χ. από 8μηνη σύμβαση στα ΕΛΤΑ) ξεπερνάς το αφορολόγητο των 4.900 και αντί να σου επιστραφούν τα 650 ευρώ της παρακράτησης καλείσαι να πληρώσεις 150 ευρώ φόρο.
[7] Άποψη του γράφοντος είναι ότι τα ερωτήματα των ερευνών γίνονται από την σκοπιά των αποριών που έχουν τα αφεντικά (ή καλύτερα ότι η επιστήμη της στατιστικής δεν μπορεί παρά να μιλά την αντικειμενοποιημένη γλώσσα του κεφαλαίου και των κατασκευασμένων κοινωνικών ταυτοτήτων). Π.χ. ένας γενικά άνεργος που δούλεψε μια ώρα την εβδομάδα αναφοράς της έρευνας ή ένας voucheras που συνεχίζει να ανανεώνει την κάρτα του στον ΟΑΕΔ ως «ωφελούμενος-άνεργος» θεωρείται εργαζόμενος στις έρευνες της ΕΛ.ΣΤΑΤ., πολλοί σταθερά εργαζόμενοι με μπλοκάκι «αυτοαπασχολούμενοι», τα ατυχήματα στην μετάβαση από και προς την δουλειά δεν θεωρούνται εργατικά ατυχήματα κι άλλα πολλά. Αυτό βέβαια είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την αφέλεια πολλών πολιτών που φοβούνται ότι το ελληνικό κράτος έχει ανάγκη την ΕΛ.ΣΤΑΤ. για να καταγράψει πληροφορίες γύρω από το πρόσωπο τους και την οικονομική τους δραστηριότητα.
[8] Πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. τα τελευταία χρόνια και ιθύνων νους της μαζικοποίησης του συγκεκριμένου ελαστικού μοντέλου είναι ο πρώην έμμισθος συνεργάτης του ΔΝΤ Α. Γεωργίου. Θεωρείται επίσης ένας από τους κύριους υπεύθυνους για το «μαγείρεμα» των στατιστικών στοιχείων σε σχέση με το χρέος το 2009, έτσι ώστε να δικαιολογούν την προσφυγή της χώρας στους ξένους δανειστές.
[9] Η έρευνα εργατικού δυναμικού διενεργείται για τέσσερα τρίμηνα σ’ ένα δείγμα 17 περίπου νοικοκυριών κάποιων τετραγώνων μιας περιοχής σε όλη την Ελλάδα. Το πρώτο τρίμηνο διενεργείται κανονικά η έρευνα door-to-door και τα επόμενα τρίμηνα απλά επανεπιβεβαιώνονται και γενικά αντιγράφονται τα στοιχεία που έχουν δοθεί αρχικά (γεγονός που σε περίοδο ύφεσης διατηρεί γενικά τα στοιχεία της ανεργίας στα προηγούμενα επίπεδα). Τα καινούρια δελτία αμείβονται με 10 ευρώ καθαρά το νοικοκυριό, ενώ τα επαναληπτικά με 3,5 ευρώ, γεγονός που ωθεί τους «Ι.Σ.» που έχουν χρόνο να προσπαθούν να βρουν νοικοκυριά του δείγματος που δεν απάντησαν στο πρώτο τρίμηνο για να πληρωθούν παραπάνω καινούρια δελτία.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Ο Ρωμανός κι ο Τρόντι


(πρόχειρες σημειώσεις περί στρατηγικής και τακτικής)


Κι έτσι για άλλη μια φορά, μια εμπειρία αγώνα της εργατικής τάξης υποκινεί ένα καίριο άλμα για την καπιταλιστική αντίληψη των πραγμάτων –ένα άλμα που ουδέποτε αυτή η αντίληψη θα μπορούσε να είχε πραγματοποιήσει από μόνη της. Στο εξής τα αιτήματα της εργατικής τάξης θα αναγνωρίζονται από τους καπιταλιστές σαν αντικειμενικές ανάγκες της παραγωγής του κεφαλαίου· και σαν τέτοιες, όχι μόνο υιοθετούνται , αλλά επιδιώκονται ενεργητικά· όχι μόνο δεν απορρίπτονται μετά βδελυγμίας, αλλά γίνονται αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η μεσολάβηση του κινήματος της εργατικής τάξης στο θεσμικό επίπεδο και ειδικότερα στο επίπεδο των συνδικάτων αποκτά αποφασιστική σημασία. Ήδη με τη διατύπωση τους, τα αιτήματα του συνδικάτου βρίσκονται υπό τον έλεγχο εκείνων στους οποίους υποτίθεται πως πρέπει να επιβληθούν: υπό τον έλεγχο των αφεντικών που κατά τ’ άλλα υποτίθεται ότι διαχειρίζονται την εργατική αδιαλλαξία. Εντός του πλαισίου του συνδικαλιστικού αγώνα, τα εργατικά αιτήματα δεν είναι παρά αντανάκλαση των αναγκών του κεφαλαίου. (1)

   Ο Μάριο Τρόντι δεν είναι τόσο γνωστός στον «χώρο ιδεών» του εγχώριου ανταγωνιστικού κινήματος. Αν και βασικός «πνευματικός πατήρ» του operaismo (εργατισμός) δεν είχε την τόσο «χαρούμενη» συνέχεια του τέκνου του Antonio Negri. Αντίθετα ρεφόρμισε, γύρισε στο ΚΚΙ (υποστηρίζοντας πως αν η οργανωμένη ιταλική εργατική τάξη βρίσκεται εκεί, εκεί θα έπρεπε να δοθούν και οι μάχες τακτικής/στρατηγικής) και γενικά ας μείνουμε στ’ ότι δεν μας πολύενδιαφέρει ο αναθεωρητισμός του έπειτα. Αντίθετα, νομίζω πως έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον στο σήμερα η ενασχόληση με το πρότερο έργο του, όταν μέσω των Quaderni Rossi εξασκούσε πολεμική κριτική στη σοσιαλδημοκρατική/ρεφορμιστική γραμμή εντός της εργατικής τάξης και του κόμματος, υποστηρίζοντας ότι οι μάχες τακτικής θα έπρεπε να δίνονται στη βάση μιας άλλης στρατηγικής που υπήρχε «αυθόρμητα» εντός της τάξης. Της στρατηγικής της άρνησης (εργασίας).

   Ο Τρόντι ήταν επηρεασμένος όπως κι οι εγχώριοι συριζαίοι από την έννοια της «ηγεμονίας» του Γκράμσι, σύμφωνα με την ιδέα ότι οι ιδεολογίες έχουν μια σχετική αυτονομία που διαμεσολαβεί την ταξική σύγκρουση. Ο Τρόντι -αν και απ’ ότι έχω καταλάβει δεν το αρνιόταν αυτό- ξεκινούσε από άλλη βάση. Η αυθόρμητη υλική βάση της εργατικής τάξης είναι η άρνηση εργασίας. Η διαχείριση της εργατικής τους δύναμης είναι στα χέρια του κεφαλαίου, η διαχείριση του κεφαλαίου είναι στα χέρια της εργασίας τους. Και η εργατική δύναμη «δεν μετράει», αν δεν μετατραπεί σε εργασία, μέσα από τη μεσολάβηση διάφορων υπέροχων στιγμών ξοδέματος του εαυτού μας που υποψιάζομαι ότι βιώνετε οι περισσότεροι/ες. Οπότε η δυνατότητα «αρνησικυρίας» που χρησιμοποιούμε από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή απέναντι στα αφεντικά, τους συγκροτεί ιστορικά ως αστική τάξη από σκόρπια μπουρζουαζία, τους υπενθυμίζει τα υπαρξιακά τους, υλικά, άγχη του τι θα γίνουν χωρίς εμάς, τους αναγκάζει να διαμεσολαβήσουν τη σύγκρουση με ενσωμάτωση των αιτημάτων μας στο καπιταλιστικό πλαίσιο διαχείρισης της εργατικής μας δύναμης. Με πιο «προοδευτικό» στυλ και βραχιολάκια στα χέρια.

   Ο Τρόντι δεν αρνιέται την τακτική του συνδικαλιστικού αγώνα -ούτε από την άλλη μειώνει τη σημασία της μαζικής προλεταριακής εξέγερσης- που ξεκινάνε αμφότερα από αυτή τη στρατηγική αγώνα των εργατών. «Ενώ είναι αλήθεια πως η ταξική πάλη υπάρχει ακόμα και δίχως το κόμμα, πρέπει να σημειώσουμε πως κάθε ταξικός αγώνας είναι πολιτικός αγώνας», λέει και τονίζει: «μια συνέχεια αναγνωρίζουν οι εργάτες –τη συνέχεια των δικών τους άμεσων πολιτικών εμπειριών· και μια παράδοση, την παράδοση των αγώνων τους». Εδώ κοιτάει ουσιαστικά τον Γκράμσι και του απαντάει ότι πριν στραφούμε στο οικονομικίστικο πεδίο της διαταξικής ηγεμονίας του «λαού», θα έπρεπε να στραφούμε στην ίδια την πραγματικότητα της εργατικής τάξης και να κοιτάξουμε να διαμεσολαβήσουμε πολιτικά (σε επίπεδο τακτικής/στρατηγικής γύρω από τη σχέση τάξης-κόμματος-επανάστασης) τις αυθόρμητες αρνήσεις μας, κόντρα στις αστικές ιδεολογίες όπως είναι ο ανθρωπισμός, ο ρασιοναλισμός, ο ιστορικισμός. Οι διανοούμενοι του κόμματος και της παράδοσης έχουν αποκοπεί από την τάξη μας και τις άμεσες διαθέσεις της. «Για άλλη μια φορά το πρόβλημα πρέπει να απορριφθεί εξ’ ολοκλήρου»…



Ο αγώνας του Νίκου Ρωμανού, των συντρόφων του και του κινήματος αλληλεγγύης ήταν ένας πραγματικός αγώνας, με πραγματικά επίδικα, με πραγματικές συγκρούσεις και πραγματικά όρια. Εκκινούσε -ρητά ή άρρητα, διαμέσου διαφοροποιημένων πολιτικών/κοινωνικών ταυτοτήτων- από τη στρατηγική της άρνησης της βιοκυριαρχίας του κράτους και του κεφαλαίου πάνω στα σώματα μας. Ένα αίτημα που συγκίνησε τις υλικές πραγματικότητες αρκετών (ακροατών; θεατών; συγγενών; υποστηρικτών; σίγουρα με βασικό κοινωνικό ρόλο ως μισθωτών ή μικροαστών στην «συμβολαιακή» συνοχή του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού) γύρω μας. Η τακτική βέβαια ήταν στα χέρια του ευρύτερου α/α χώρου και του κόσμου του Δεκέμβρη που επανασυσπειρωθήκαμε σε λιγότερο ή περισσότερο  συνθήκες «ψυχολογικού εκβιασμού» γύρω από το ζήτημα ζωής ή θανάτου ενός αγωνιζόμενου αναρχικού ένοπλου ληστή με σάρκα και οστά (αλλά και υψηλό ιδεολογικό συμβολισμό για την εκτός χώρου κοινωνία ως «παιδί, φίλος του Αλέξη»). Η τακτική ενός κομματιού αυτού του χώρου κινείται -χωρίς αναγκαστικά να το έχει ως συνείδηση- στη βάση της στρατηγικής της μελλοντικής αριστερής κυβέρνησης, περί «φασιστικού κινδύνου», «απέναντι στο νέο ολοκληρωτισμό» στα «χωρικά». Η ευρύτερη αντιφασιστική στρατηγική χώρου-ΣΥΡΙΖΑ» μπάζει γενικώς από παντού. Θυμηθείτε ότι μέχρι τελευταία στιγμή υποτίθεται (για τους συριζαίους) πως ο Σαμαράς τα έκανε αυτά για να φτιάξει κυβέρνηση με τη ΧΑ. Οι φασίστες την ίδια στιγμή έδιναν μάχη για να πάρουν λίγο χώρο δημοσιότητας τα ηχογραφημένα αποσπάσματα συνομιλιών του πρωθυπουργού με δικαστικούς για τις προφυλακίσεις τους.

Ο «χώρος» έχει συνηθίσει απλά να καταγγέλλει τις ιδεολογικές μεσολαβήσεις  (ανθρωπισμός, ηγεμονία αριστερού λόγου κτλ.) πάνω στις οποίες στηρίζονται σχεδόν πάντα αγώνες όπως οι απεργίες πείνας και στις πλάτες αυτών φέρνουν πρακτικά αποτελέσματα. Όπως δεν υπολογίζει τα αιτηματικά όρια των αγώνων που δίνει βάση του εξεγερσιακού φαντασιακού που τον συγκροτεί στη μεταπολίτευση απέναντι στην αριστερά. Συγκροτείται μίζερα με βάση την πιο παραδοσιακή γενικόλογη ιδεολογική άρνηση ως «ρεφορμιστικών» όλων των παραπάνω (ιδιαίτερα το κομμάτι του που γαλουθήκε πριν τις κινηματικές συνθήκες του ‘06-’08, ας σημειωθεί εδώ ότι η «νέα», «μαχητική» αναρχία διαφέρει σε σχέση με αυτό το σημείο από τους μαύρους πατεράδες της που ακολουθεί πιστά σε άλλες νοοτροπίες πρωτοπορίας). Αυτή η τακτική του «δεν έχουν σημασία οι νίκες οι ήττες» και στις οποίες υπολανθάνει ο αγώνας ως μαρτύριο (συνεχίζοντας την αριστερή παράδοση), έχει κι ένα δίκιο. Γενικά τα σώματα μας ταλαιπωρούνται σε αυτόν τον κοινωνικό σχηματισμό. Οτιδήποτε αιτούμαστε, χτίζουμε, οργανώνουμε, ενσωματώνεται σε χρόνο dt από το κεφάλαιο. Επίσης, τι σκατά νίκη να πανηγυρίσουμε όταν οι (να υπενθυμίσουμε, όχι αναγκαστικά προλεταριακής καταγωγής) Σύριοι απεργοί πείνας σκουπίστηκαν εν μια νυχτί από το Σύνταγμα; Η θεσμοθέτηση των βραχιολακιών είναι ένα κατασταλτικό μέτρο που ταιριάζει με την προοδευτική διαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ ως συνέχεια του αστικού κράτους. Συνταιριάζει με τις ανάγκες του κεφαλαίου το αίτημα που μας παρακίνησε για «ανάσες ελευθερίας», αναποδογυρίζοντας το, προφανώς.

Η υλική πραγματικότητα που διαμορφώνει τα όρια αυτού του αγώνα είναι η απαίτηση ενός κρατούμενου απεργού πείνας με εξεγερσιακές (ατομικιστικές) αναρχικές ιδέες αντί να κλειστεί σε κανά κολαστήριο τύπου Γ’ να ξεφύγει λίγο από τον εγκλεισμό μέσω σπουδών σ’ ένα πανεπιστήμιο. Ο αγώνας αυτός κέρδισε -κατά κράτος που λέμε- ιδεολογικά και δημοκρατικά (άρα είναι παράλληλα και μια ήττα στο περιεχόμενο) και θα κερδίσει και συνδικαλιστικά/πραγματικά όταν υλοποιηθεί η παρουσία του Ρωμανού μαζί με άλλους (μη) κρατουμένους συμφοιτητές του στο ΤΕΙ Αθήνας. Χρειάζεται ταυτόχρονα να υπολογίζουμε στο τι λέμε, την πραγματική κατάσταση των προλετάριων κρατουμένων, το «πραγματικό τους σύνταγμα» περί αδειών και απεργιών πείνας που είχε πληγεί μετά την απόδραση του «πολιτικού» Ξηρού. Ο αγώνας αυτός φαίνεται από τη μια να αποτελεί νικηφόρα ρωγμή στο καθεστώς αυθαιρεσίας και αναδιάρθρωσης προς το χειρότερο των συνθηκών εγκλεισμού, από την άλλη μάλλον αποτελεί ήττα σε σχέση με τη μη επικοινωνία του με τους μαζικούς αγώνες κρατουμένων που είχαν δοθεί πανελλαδικά το προηγούμενο διάστημα ενάντια στις φυλακές τύπου Γ.

Αποτελεί λοιπόν προφανές πολιτικό όριο ότι ο αγώνας αυτός δεν ξεκίνησε από κάποιον συλλογικό αγώνα πολιτικών-ποινικών αλλά από μια πολιτική «παρέα» αγωνιζόμενων κρατουμένων, που βέβαια δεν πρέπει να τις χρεώνουμε περσινές αποφάσεις του κράτους, τις οποίες -έλεος- δεν τις πήρε χαμπάρι κανένα κίνημα. Αυτό που θα μπορούμε να την κατηγορήσουμε (κι εμάς ως «έξω κίνημα») είναι για έλλειψη πολιτικής ανάλυσης, επικοινωνίας, τακτικής και στρατηγικής του αγώνα τους σε υπόλοιπους κρατουμένους, στο «έξω κίνημα» και στην υπόλοιπη «κοινωνία». Αλλά αυτό αποτελεί πάγιο πρόβλήμα επικοινωνίας, σύνδεσης, ποιότητας, περιεχομένου των (γενικότερων) αγώνων (όλων) μας τα τελευταία χρόνια Ας αναρωτηθούμε; Ποιος είναι αυτός ο αγώνας που δόθηκε τα τελευταία χρόνια επιχειρώντας να μπλοκάρει κεντρικά την αναδιάρθρωση με αφορμή μια συνδικαλιστική σύγκρουση και δεν το διαμεσολαβούσε η αριστερή ιδεολογία (π.χ. ΕΡΤ) και άρα η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, ή κατάφερε να ξεφύγει από τον μικρόσκομο της αιστεράς/αναρχίας και να συνδέσει επιμέρους κοινότητες αγώνα.

Όπως και από την άλλη, είχε αναγνωριστεί από πολλούς ως μεγαλύτερο πρόβλήμα, η έλλειψη οργανωμένων συγκρούσεων γύρω από «ρεφορμιστικά» επίδικα που παίρνει κεντρική κατεύθυνση κι εντέλει επιβάλλει με τη συγκρουσιακή της δύναμη διάφορους όρους στο (άκροπασοκο)δεξιό κράτος. Εδώ για άλλη μια φορά τα μπουκάλια στα Εξάρχεια και πανελλαδικά κάναν τη δουλειά τους (την άλλη μίση την ανέλαβε η Κωνσταντοπούλου). Να θυμηθούμε εδώ τίποτα «επαναστατικές» αντιμνημονιακές γελοιότητες τύπου Φωτόπουλου, απεργία εκπαιδευτικών, εργαζομένων ΜΜΜ κτλ. Κι όμως η «κοινωνία» -και στις δυο της πλευρές που εκφράστηκαν τώρα με οξυμένα ιδεολογικά επιχειρήματα- θυμάται τις προηγούμενες αυτές νίκες/ήττες και ανάλογα αισιοδοξεί ή σιχτιρίζει, μετά τη (σχετικά) νικηφόρα (με όρους ιδεολογικής ηγεμονίας σίγουρα) εξέλιξη (για εμάς) της απεργίας πείνας του Ν. Ρωμανού.

    Ας μην κολλάμε στη συμβολική χρήση των ορών νίκη/ήττα που έχει ξεσκίσει η αριστερή αστική ιδεολογία. Ας σκεφθούμε διαλεκτικά και ψύχραιμα. Για το ευρύτερο «τάξη δι’ εαυτών» των εκμεταλλευόμενων/προλετάριων, συνιστά μια τακτική ήττα/υποχώρηση σε επίπεδο αγώνα η αντικατάσταση των οποιοσδήποτε αδειών των κρατουμένων με βραχιολάκια. Αν και το (ακροποσοκο)δεξιό κράτος δεν φάνηκε πολύ πρόθυμο να τρέξει αυτή την τεχνολογική βιοπολιτική αναδιάρθρωση, η αριστερά του συριζα φαίνεται πρόθυμη να ικανοποιήσει τέτοιου είδους «προοδευτικά» αιτήματα διαχέοντας την καπιταλιστική αναδιάρθρωση της άμισθης κοινωφελούς εργασίας και της τηλε-παρακολούθησης με βραχιολάκια στα σώματα όλων και περισσότερων (μισο)αποκλεισμένων από την εργατική συνθήκη, που ενδεχομένως θα βρεθούν να χρωστάνε απέναντι στις κρατικές αρχές. Ας αναγνωρίσουμε, έστω, ότι με τον απολογισμό του αγώνα που δόθηκε, ανοίγουν έστω αυτά τα ζητήματα τακτικής/στρατηγικής στο εσωτερικό του ανταγωνιστικού κινήματος, όπως και η συζήτηση για τον γενικότερο κατασταλτικό ρόλο αυτού του τεχνολογικού μέσου πειθάρχησης της εργατικής δύναμης, που θα αποτελέσει όπλο στη φαρέτρα της αριστερής διαχείρισης της αναδιάρθρωσης.

   Υπάρχει, εντέλει, ένα πολιτικό κάλεσμα για μάχη από τον προλεταριακό ανταγωνισμό της Ιταλίας του ’60 που έμενα μου ακούγεται επίκαιρο (παρά την αλλαγή ταξικής σύνθεσης από τον εργάτη μάζα και τον φορντισμό στο διάχυτο κοινωνικό εργοστάσιο) και προτείνω να του δώσουμε σημασία στην ενδιαφέρουσα ιστορική καμπή που (εγώ χαίρομαι, ενδεχομένως επειδή περιμένω ν' ανέβει το επίδομα ανεργίας, όπως μας έχει υποσχεθεί ο Αλέξης) φαίνεται ότι θα μπλεχτούμε:


 «Καμιά εργατική επανάληψη της αστικής επανάστασης, καμιά εργατική τάξη που ακολουθεί τα χνάρια της επανάστασης –καμιά επανάσταση γενικώς έξω από την εργατική τάξη, έξω από αυτό που είναι η τάξη, έξω από αυτό που η τάξη αναγκάζεται να κάνει. Κριτική του πολιτισμού σημαίνει να πάψουμε να είμαστε διανοούμενοι. Επαναστατική θεωρία σημαίνει άμεση ταξική πάλη επί τω έργω».

(1) Όλα τα τσιτάτα του Mario Tronti αποτελούν αντιγραφές από το «AUTONOMIA σκέψεις, αγώνες, μαρτυρίες των Ιταλών Αυτόνομων (1970-1980)», Εκδόσεις Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα, Αθήνα 2010. Κεφάλαιο: «Η στρατηγική της άρνησης»  (σ. 46-70), που αποτελεί μετάφραση από το βιβλίο του Mario Tronti  Operai e Capitale («Εργάτες και Κεφάλαιο»).