Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Για ποιόν θάνατο κλαίμε;



Έμαθα για τον θάνατο του Χρόνη Μίσσιου σήμερα το μεσημέρι καθώς μοίραζα χαράτσια στη γειτονιά που δουλεύω στα ΕΛΤΑ. Για μένα είχε σχεδόν περάσει μια άλλη δύσκολη σκατομέρα στη δουλειά, ξέρετε από αυτές που πάνε τα πάντα σκατά από το πρωί, δε παίρνει μπροστά η μηχανή, σε ψάχνει το αφεντικό, τρέχεις και δε φτάνεις μέσα στη βροχή, που σου λέει ο συνάδελφος καλημέρα και του αρχίζεις τις χριστοπαναγίες. Όπου το μόνο παρήγορο στο μυαλό σου είναι πως "ντάξει Τρίτη είναι, δεν είναι και Δευτέρα, πριν το καταλάβω θα έχει φτάσει Παρασκευή". 

Για να σπάω τη ρουτίνα της δουλειάς, να μη χάνω την επαφή μου με τον κόσμο της πληροφορίας, να ακούω κανά τραγουδάκι και τέλος πάντων να μη νοιώθω τόσο νεκρός, έχω τη συνήθεια να ακούω ραδιόφωνο. Κάπου εκεί λοιπόν ανάμεσα σε γράμματα, κορναρίσματα και νεύρα έρχεται αυτή η μελωδία στη μέση μιας δολοφονημένης μέρας, να σου θυμίζει ο σύντροφος με τη μετάβαση του στο υγρό χώμα ότι δεν έχεις γίνει απλά σκλάβος των 470 ευρώ και του συστήματος, αλλά αυτής της κωλοεφεύρεσης που λέγεται ρολόι και ότι έχεις αφήσει όλα τα σημαντικά για  ένα αύριο που δε θα έρθει ποτέ. Και το χειρότερο, ότι αρχίζεις να συνηθίζεις την απώλεια του σήμερα, μιας μέρας που θα μπορούσε να ήταν ένα παιχνίδι παρόμοιο με αυτό που έπαιζαν τα σύννεφα με τον φθινοπωρινό ήλιο πάνω από το κεφάλι σου, που όμως συνηθίζει να κοιτάει μόνο το ρολόι.

Αυτός γίνεται ήδη δέντρα, πουλιά και ποτάμια που τραγουδάνε γύρω μας την όμορφη περιπέτεια της ζωής, όπως έκανε και με τα βιβλία που μας συν-κίνησαν. Κι εμείς τον χαιρετάμε, κλαίγοντας για το καθημερινό μας θάνατο:
"Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει ένα αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πώς θέλαμε να του 'πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπόυσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για εμάς. Όμως, το αφήσαμε για αύριο, για να πάμε που ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δε πάμε πουθενά άλλου, παρά στο θάνατο, κι εμείς οι μαλάκες αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα από τη ζωή μας, χαιρόμαστε, ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας, την καταντήσαμε ένα καθημερινό χωρίς ελπίδα ανάστασης θάνατο, διότι ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ".