Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Sometimes antisocial...

Ο αντικοινωνικός μηδενισμός νομίζω είναι μια υγιής αντανακλαστική αντίδραση στη εκαφασιζουσα συνθήκη που ζούμε μετά το ξεφούσκωμα και των αριστερών (σοσιαλ)δημοκρατικών αυταπατών που έπαιξαν για να ξαναπέσει στη κατάθλιψη το αγανακτισμένο πλήθος.

Εγώ π.χ. πιάνω τον εαυτό μου να θέλει να επιταχυνθεί η διαδικασία εξόντωσης των συνταξιούχων που ψήφισαν μνημόνιο από τη νέα μνημονιακή κυβέρνηση, όντας στο κοινωνικό στρατόπεδο της 50% νεολαιίστικης ανεργίας, το οποίο το χωρίζει μια κάθετη τομή με τους άνω των 55-65 που στην ερώτηση του συστήματος "θέλετε να σας εξοντώσουμε άμεσα, ή να σας σκοτώνουμε λίγο-λίγο και μετά βλέπουμε" επέλεξαν το δεύτερο. Μετά βέβαια σκέφτομαι ότι έτσι θα εξοντωθεί και η σύνταξη του πατέρα μου, με τη βοήθεια της οποίας επιβιώνω, περιμένοντας να συμπληρώσω 28 μήνες ανεργίας, οπότε και ίσως αυξηθούν οι μοριοδοτικές πιθανότητες μου να με πάρουν σε κανά πρόγραμμα του ΟΑΕΔ για 400-600 ευρώ για κανά 4μηνο-8μηνο. Ωραία η τιγκα προλεταριοποίηση θεωρητικά για εμάς τους κομμουνιστές, αλλά πρακτικά είναι ολίγον τι μαλακία να μην τι βγάζεις. Αμέσως μετά σκέφτομαι ότι ευτυχώς που υπάρχει και η αγροτική παραγωγή του παππού, που μαζί με 3-4 συλλογικές κουζίνες την εβδομάδα, αντιμετωπίζει το παράλληλο με την αφραγκία ζήτημα της πείνας. Αλλά όχι και να γυρίσω εκεί πίσω και να πρέπει να συγχρωτίζομαι κοινωνικά με όλη αυτή τη μικροαστική σιχαμάρα της επαρχίας. Ήδη δεν την πολυπαλεύω με τη μαλακία που κυκλοφορεί στη μητρόπολη, φαντάσου εκεί πέρα. Μπρρρρρ σύγκρυο, πυρετός, ΕΑΜ-ελας-πυρήνες της φωτιάς και εντατική ανάγνωση Serajevo. Δεν παίζει... Οπότε ξαναγυρίζουμε στον αντικοινωνικό μηδενισμό από τον οποίο ξεκίνησε η σκέψη για τα τεκταινόμενα.

Με αυτά και με αυτά, μετά από τις αντανακλαστικές καφρίλες, ξεκινάει σιγα-σιγα και η συνειδητοποίηση της σκατίλας πού πρέπει να αντιπαλέψουμε και αρχίζει η πιο ψύχραιμη ανάλυση. Σιγά την μεγάλη έκπληξη ότι ο μικροαστισμός και η μικροαστικοποίηση της εργατικής τάξης γεννάνε φασισμό. Τόσα χρόνια τα τρώγαμε στη μάπα και γι' αυτό προσπαθούσαμε να αποφύγουμε στα γκετο μας το συγχρωτισμό με αυτό το στρατόπεδο. Η ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας πρέπει να γίνεται με εμφυλιοπολεμικούς και αντιφασιστικούς όρους, όπως πάντα, ειδικά σε μια περιοχή των βαλκανίων που έχει κοκκινέψει αρκετά από αίμα. Δεν είναι και τόσο ανίσχυρο το δικό μας στρατόπεδο. Έχει κοινωνική πρόσβαση, ελέγχει γειτονιές, έχει τσαμπουκά, έχει ταξική μνήμη. Υπάρχει κι ένα πολύ μεγάλο κοινωνικό κομμάτι της αποχής, το οποίο θεωρώ ότι βρίσκεται πιο κοντά στη δικιά μας επιρροή, παρά στους φασίστες. Μαζί με τους μετανάστες τους έχουμε, με ποσοτικούς όρους. Αυτοί βέβαια έχουν τα όπλα και τα ΜΜΕ. Θα είναι σκληρή η αναμέτρηση δε λέω, αλλά δε νομίζω ότι θα είναι τόσο εύκολο για αυτούς να μας καθαρίσουν με μια κίνηση ΜΑΤ.

Το να περάσουμε επίσης από τη θεωρία στην πράξη, επίσης θέλει το κινηματικό χρόνο του. Και όπως λένε μέσες-άκρες κι όλοι οι εργαζόμενοι φίλοι μου που δεν την πολυπαλεύουν επίσης, please όχι τώρα το καλοκαιράκι, στην ακρογυαλιά κτλ., να ξελαμπικάρουμε και θα συνεχίσουμε τον ταξικό πόλεμο από Σεπτέμβρη. Οκ δεκτό. Όσο υπάρχουν έστω λίγα ευρώ, θάλασσα, σκια, φακορυζο και ρακι κάτω από τα άστρα και βλέπουμε.

Το 1958 βέβαια το ταξίδι στα ξερονήσια των παππούδων μας δεν το έλεγαν ακριβώς διακοπές.




Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Media workers strike back

για αυτά που λέει η αφίσα βλέπε εδώ
Πριν από 2-3 χρόνια θα ακουγόταν σαν ανέκδοτο στη συνδικαλιστική νηνεμία του κλάδου των Media: Πρόταση για απεργία διαρκείας της ΕΣΗΕΑ μετά από έκτακτη γενική συνέλευση 1200 μελών της, ενώ οι εργαζόμενοι του Άλτερ και της Ελευθεροτυπίας βρίσκονται εδώ και μήνες σε κινητοποιήσεις διαρκείας, με τους πρώτους να μεταδίδουν απεργιακά μηνύματα μέσω του τηλεοπτικού σήματος του σταθμού και τους δεύτερους να εκδίδουν απεργιακά φύλλα.

Κι όμως δεν είναι ανέκδοτο, αλλά η σκληρή πραγματικότητα που, εν έτει 2012, επιβάλλει η σφαγή που έχουν εξαπολύσει τα αφεντικά στους μισθούς των εργαζομένων και τις συλλογικές τους συμβάσεις. Μια πραγματικότητα αντιφατική, κατά βάση απογοητευτική σε σχέση με τις αντιστάσεις που ορθώνονται απέναντι στο γιουρούσι των αφεντικών, αλλά σίγουρα ελπιδοφόρα και χρήσιμη αν μελετηθεί χωρίς τα πατομπούκαλα της ιδεολογίας. Αν δηλαδή οι εργαζόμενοι των media αναγνωριστούν ως αυτό που είναι, μέσα από αυτό που κάνουν. Δηλαδή, αν αναγνωριστούν ως εργαζόμενοι σε μαζικούς χώρους του τριτογενή τομέα, με υψηλό βαθμό παραγωγικής (άρα και απεργιακής) δύναμης, αναντίστοιχης με το επίπεδο της ταξικής τους συνείδησης, ή καλύτερα της εμπειρίας τους από συλλογικούς αγώνες που πάνε κόντρα στο κυρίαρχο ατομικιστικό μοντέλο εργαζόμενου και στις συντεχνιακές λογικές των εργατοπατέρων. Άρα τόσο οι αντιφάσεις όσο και τα συμπεράσματα των απεργιακών αγώνων στα media αποκτούν αξία χρήσης για το σύνολο των αγώνων της σύγχρονης εργατικής τάξης.

Πρώτο και βασικό συμπέρασμα: Καμιά, μα καμιά εμπιστοσύνη στους εργατοπατέρες. Αριστερούς, δεξιούς, μνημονιακούς, αντιμνημονιακούς κι ότι άλλο δηλώσουν. Δεν πρόκειται για αριστεριστική ηθικολογία, αλλά για μια πολύ ρεαλιστική αποτίμηση του ρόλου τους σε σχέση με τις επιτακτικές ανάγκες του εξελισσόμενου ταξικού πολέμου. Μπορεί να αναγκάζονται να περνούν σε θέση αγωνιστικής άμυνας απέναντι στην επίθεση των αφεντικών που πλήττει και το διαμεσολαβητικό τους ρόλο, αλλά η πρώτη και κύρια φροντίδα τους παραμένει η διαφύλαξη αυτής της διαμεσολαβητικής ιδιότητας. Και μη ξεχνάμε: Οι εργατοπατέρες ως πράκτορες των κομμάτων στο εσωτερικό της τάξης μας έχουν τις κατάλληλες γνωριμίες και περιβάλλοντα ώστε να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και να μη πεινάσουν ποτέ…

Τη μαζική διάθεση της βάσης των μελών της ΕΣΗΕΑ για απεργία διαρκείας, οι αριστεροί (ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΜΕ) εργατοπατέρες φρόντισαν να τη σπρώξουν στις αγαπημένες τους εκλογικές διαδικασίες, σύμφωνα πάντα με το καταστατικό της συντεχνιακής τους δομής. Στην ψηφοφορία που ακολούθησε τη μαζική γενική συνέλευση η απεργιακή πρόταση διασπάστηκε στα δυο: Οι εργατοπατέρες του ΣΥΡΙΖΑ στήριξαν μια άνευρη από άποψη απεργιακού περιεχομένου και προοπτικής πρόταση, ενώ οι εργατοπατέρες του ΠΑΜΕ πλειοδότησαν σε ένα ριζοσπαστικό αλλά εντέλει διασπαστικό πλαίσιο αγώνα. Έτσι, η απεργιακή πλειοψηφία μειοψήφησε σε σχέση με την απεργοσπαστική πρόταση που ανέλαβαν να εκφράσουν οι συνεχιστές του πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ στους εργασιακούς χώρους, δηλαδή οι «συνετοί» και «ρεαλιστές» συνδικαλιστές της ΔΗΜΑΡ, που επιζητούν διάλογο με τα αφεντικά τους και όχι απεργίες, κατακτώντας επάξια τη ταμπέλα του «αλήτες, ρουφιάνοι, εργοδοτικοί».

Κάπως έτσι, η κεντρική απεργιακή μάχη που θα μπορούσε να ορθώσει ένα ανάχωμα στη προώθηση των ατομικών, επιχειρησιακών συμβάσεων, στις περικοπές μισθών, στην εκ περιτροπής εργασία, στις πτωχεύσεις μέσω του άρθρου 99 και τις μαζικές απολύσεις, δε δόθηκε ποτέ και τα αφεντικά συνέχισαν απρόσκοπτα το γιουρούσι τους πάνω στην αξία της εργατικής δύναμης. Αυτό που μένει είναι μικρά οχυρά αντίστασης γύρω από το τελευταίο αυτονόητο για κάθε εργαζόμενο αυτού του πλανήτη. Να πληρώνεται όταν έχει δουλέψει. Με αυτή την έννοια, οι απεργίες και οι επισχέσεις εργασίας στο «Άλτερ», στην «Ελευθεροτυπία», στον «Κόσμο του Επενδυτή» κ.α. δεν έχουν και πολλά ηρωικά χαρακτηριστικά να επιδείξουν. Μάλιστα αντιμετωπίζουν αρκετά εσωτερικά προβλήματα συσπείρωσης και περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό στις δικαστικές πτυχές του αγώνα για τα δεδουλευμένα, χωρίς να συντονίζουν τις απεργιακές τους μάχες μαζί μ’ αυτές άλλων κλάδων (Χαλυβουργία, Λουκίσσα, 3Ε Εκτυπωτική κ.α.) σ’ ένα συνολικότερο απεργιακό μέτωπο (και η «παναττική απεργία» του ΠΑΜΕ στις 19 Γενάρη φρόντισε να «κάψει» κάθε τέτοια προοπτική που θα μπορούσε να γεννηθεί μέσα από την από τα κάτω επικοινωνία των απεργών). Όμως, έστω κι έτσι, κάποιοι νεόπτωχοι εργαζόμενοι συναντιούνται κάθε μέρα, περιφρουρούν τις απεργίες τους, αναγνωρίζουν εχθρούς και φίλους και μέσα από τις κοινότητες αγώνα που φτιάχνουν συνειδητοποιούν τη ταξική τους δύναμη.

Το πιο ενδιαφέρον για τον ταξικό ανταγωνισμό χαρακτηριστικό αυτών των αγώνων είναι η προσπάθεια εκφοράς απεργιακού λόγου μέσα από τα Μέσα που τα έχουμε συνηθίσει υπό τον έλεγχο των αφεντικών. Πολλές γιαγιάδες σε απομακρυσμένα χωριά της Ελλάδας πληροφορήθηκαν για τους δεκάδες εργατικούς αγώνες στα media κι όχι μόνο, μέσα από την κατάληψη στη ροή προγράμματος του τηλεοπτικού σήματος του «Αλτερ», στην οποία είχαν προχωρήσει οι εργαζόμενοι του σταθμού μέχρι πρόσφατα. Το κράτος, αναγνωρίζοντας την επικινδυνότητα αυτής της πρακτικής, έριξε τελείως το σήμα του σταθμού. Οι εργαζόμενοι της «Ελευθεροτυπίας», από τη μεριά τους, προχώρησαν στην έκδοση δυο απεργιακών φύλλων που εξαντλήθηκαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, παρά τις προσπάθειες της Μάνιας Τεγοπούλου να τα σαμποτάρει.

Τέτοιες προσπάθειες εργατικής αντιπληροφόρησης είναι πολύ σημαντικές για μια σειρά από λόγους: Αποδεικνύουν στην πράξη τον έλεγχο των εργατών επί της παραγωγικής διαδικασίας (το «χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά»), καθώς και τον έλεγχο των αφεντικών επί του παραγόμενου προϊόντος. Ταυτόχρονα αποτελούν γέφυρες αλληλεγγύης με την υπόλοιπη κοινωνία που βλέπει στους απεργούς των media άλλο ένα πληττόμενο και μαχόμενο κομμάτι, κι όχι ένα «βολεμένο» κλάδο που αναμεταδίδει την άποψη των αφεντικών.

Η παραγωγική όμως θέση των εργαζόμενων στα ΜΜΕ – οι οποίοι είναι διαχωρισμένοι από την κοινωνία και πολυδιασπασμένοι στο εσωτερικό του κλάδου τους – δημιουργεί αντιφάσεις που αντικατοπτρίζονται στο περιεχόμενο αυτών των μέσων απεργιακής αντιπληροφόρησης. Αν και τα φύλλα αυτά ονομάζονται απεργιακά και τυπικά εκδίδονται υπό εργατικό έλεγχο, ωστόσο το περιεχόμενό τους εξακολουθεί να είναι σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο ενός εντύπου που απευθύνεται σε ένα ευρύ αγοραστικό κοινό, και όχι τόσο μιας εφημερίδας αντιπληροφόρησης που εκδίδεται από αγωνιζόμενους απεργούς. Αναπαράγεται λοιπόν ακέραια η (αστική) ιδεολογία περί «δημοσιογραφικού λειτουργήματος», μαζί με όλους τους συνακόλουθους διαχωρισμούς πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, δημοσιογράφων – τεχνικών, αλλά και δημοσιογράφων – κοινωνίας.

Συνοψίζοντας, η απεργία διαρκείας δεν έγινε, οι απεργίες διαρκείας είναι όμως παρούσες και συνεχίζουν να υπενθυμίζουν στα αφεντικά την αντικειμενική δυσκολία του εγχειρήματος «να τους τα πάρουμε όλα». Αυτοί οι αντιφατικοί αγώνες αποτελούν το πεδίο διαμόρφωσης και ριζοσπαστικοποίησης αυτού που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «ταξική συνείδηση». Ένας τέτοιος αγώνας διεξάγεται υπόγεια και από μειοψηφικά κομμάτια του υποτιμημένου προλεταριάτου των ενημερωτικών sites, του «μέλλοντος της δημοσιογραφίας». Ενός νεανικού προλεταριάτου που δεν θα είχε δικαίωμα συμμετοχής σε μια απεργία διαρκείας και εκ θέσεως δεν μπορεί να υπερασπιστεί τις συλλογικές συμβάσεις των σωματείων στα ΜΜΕ, αφού στην συντριπτική πλειοψηφία του δουλεύει «μαύρα» ή με «μπλοκάκι». Αυτό το κομμάτι (εκφραζόμενο μέσα από την κινηματική δραστηριοποίηση της «συνέλευσης έμμισθων, άμισθων, «μπλοκάκηδων», «μαύρων», ανέργων και φοιτητών στα ΜΜΕ», βλ. και katalipsiesiea.blogspot.com) πέτυχε πρόσφατα μια μικρή αλλά σημαντική νίκη: Απέσπασε δικαστική απόφαση, σύμφωνα με την οποία οι πληροφοριακοί εργάτες των sites δικαιούνται σύμβασης συντακτών. Δείχνοντας έτσι ότι απέναντι στον ολομέτωπο βομβαρδισμό των αφεντικών που έχει ως στόχο τη «κινεζοποίηση» της τάξης μας, όχι μόνο δεν έχουμε πει την τελευταία μας λέξη, αλλά, αντίθετα, τώρα αρθρώνουμε  τις πρώτες μας απεργιακές φράσεις.

πολυεργαλείο
Απρίλιος 2012

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Jusqu a ici tout va bien (θεωρητικά πάντα)


"Ελεύθεροι εσωτερικοί «εαυτοί» στέκουν ανήμποροι να αλλάξουν οτιδήποτε μέσα τους ή γύρω τους, την ώρα που οι περιβάλλοντες κόσμοι επιβάλλονται σαν μοίρα, με κανόνες αναπόδραστους, τους οποίους τηρούν υποχρεωτικά, εκόντες άκοντες, συνειδητά ή ασυνείδητα, οι ως ανωτέρω ελεύθεροι «εαυτοί»."

Υπάρχει στο κείμενο αυτό του περιοδικού Λεύγα και στην όλη ανάλυση του συγγραφέα ένας σχεδόν απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού/περιβάλλοντος κόσμου, ατομικού και συλλογικού, σαν δυο διαχωρισμένες σφαίρες που κινούνται ανεξάρτητα. Ο μεν εσωτερικός, ατομικός κόσμος ήταν σταθερά και ατάραχα μεταμοντέρνος και μικροαστός και τέτοιος παραμένει και τα τελευταία δυο χρόνια, που για έναν "περίεργο" λόγο (κατάρα από τον ουρανό;) ο εξωτερικός κόσμος καταρρέει, γαμιέται και αναδιαρθρώνεται το καπιταλιστικό σύμπαν.

Η εικόνα που διαμορφώνει λοιπόν ο συγγραφέας από τον κοινωνικό χαμό των τελευταίων δυο χρόνων είναι ότι τίποτα δεν κινείται ουσιαστικά, παρά μόνο αλλάζουν οι αντανακλάσεις στον κόσμο των (μικροαστικών) ιδεών, που ευτυχώς κάποιοι παρατηρητικοί απόγονοι της διανοητικής απαισιοδοξίας της Σχολής της Φρανκφούρτης μπορούν να τις φωτίσουν μπας και ξυπνήσει κανείς στο μακρινό μέλλον, που κάποια μέρα θε να ρθει. Παραθέτει συγκρούσεις, παρατεταμένες κινητοποιήσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, απογοητεύσεις και προοπτικές, ενδοκινηματικές διενέξεις, αίμα, βια και φωτιά για να καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά είναι ένα τίποτα γιατί δεν υπάρχει η κατάλληλη πολιτική ιδεολογία.

Στα συγκρουσιακά γεγονότα που αναφέρει, εγώ από την εντελώς άλλη μπάντα βλέπω και αρκετά έντονα βιώματα, από αυτά που αλλάζουν πορεία ζωής (π.χ. 15/6/11 είσαι 19 χρονών χιππισα που πιστεύεις ότι αν σταθείς στην πλατεία Συνταγματος μπροστά σε μια διμοιρία θα την σταματήσεις με τη δύναμη του Γκάντι και τελικά τρως γκλομπιες και ψέκασμα στη μούρη από χρυσαυγίτες με στολή) και αρκετές μεζούρες αντιφασιστικής ιστορικής μνήμης (μα πώς γίνεται μετά από τόσα χρόνια μεταπολίτευσης και μεταμοντερνισμού και τελικά να χωριζόμαστε πάλι σε φασίστες και κομμούνια) και μια γενική αντίληψη της ιστορίας (π.χ. ο διεθνισμός των πλατειών, α ξέχασα το occupy είναι καλό και προλεταριακό, όπως και η αραβική άνοιξη, μόνο ότι γίνεται εδώ είναι εκ προοιμίου μικροαστικό, για βιολογικούς λόγους να φανταστώ, κάτι έχει το DNA ημών των Ελλήνων και βγαίνουμε όλοι μικροαστοί;) και πάμπολλες στάλες θάρρους, από αυτές που όταν ενώνονται καταλήγουν σε ορμητικούς χείμαρρους που καίνε 2-3 φορές το κέντρο μιας βαλκανικής μητρόπολης.

Με το εν λόγω κείμενο συμφωνώ σε ένα βασικό πράγμα: Στο φετιχοποιημένο και εκτονωτικό χαρακτήρα των "γενικών απεργιών" και των κεντρικών ραντεβού. Κάτι που συνειδητοποιεί στην πράξη και το εξεγερμένο πλήθος που σαμποτάρει τα πανηγυράκια της ΓΣΕΕ και σκάει με έναν αυθόρμητο συντονισμό που θα τον ζήλευε ο Λένιν πέρα από τις ορίζουσες αυτών. Γιατί στις πλατείες πέρυσι αυτό έγινε, ο κόσμος δεν έμεινε μια-δυο ώρες, μια δυο μέρες αλλά πολλές μέρες. Και στις 12 Φλεβάρη πάλι αυτό έγινε, μετά από δυο μέρες πλειοψηφικής απαξίωσης της "γενικής απεργίας". Και στις δομές στις γειτονιές, στις αρνήσεις πληρωμών, στον συνδικαλισμό βάσης αυτό αναπτύσσεται κάθε μέρα, σε κοινότητες αγώνα αρκετές από τις οποίες προήλθαν από τους "μικροαστούς" της πλατείας.

Όμως πέρα από τις "μικροαστικές" πλατείες κάτι κινείται τα τελευταία 2 χρόνια και στους εργασιακούς χώρους. Εγώ πιστεύω ότι πάντα κάτι κινιόταν, πιο αόρατα και μειοψηφικά σε σχέση με την πλειοψηφική μικροαστικοποιήση της εργατικής τάξης, αλλά γενικώς ούτε καλά περνούσαμε προ κρίσης με τα 700 ευρώ, ούτε στεκόμασταν όλοι σούζα και παναγίες μπροστά στο αφεντικό. Ας αφήσουμε όμως τα δικά μου ιδεολογικά σχήματα. Τα τελευταία δυο χρόνια ο συγγραφέας της Λεύγας προφανώς βλέπει να κινείται το στρατόπεδο των αφεντικών καταπάνω στις ζωές μας. Στο δικό μας στρατόπεδο, το εργατικό το μόνο που διακρίνει είναι μια μοιρολατρική αποδοχή του αυτονοήτου της επίθεσης των αφεντικών. Χαλυβδουργίες, phone marketing, πιτσαρίες, ΜΜΕ, cocacoles3Ε, απολυμένες σερβιτόρες και τσαμπουκαλεμένοι επισφαλείς τι πάθαν (σε όλα αυτά τα ενδεικτικά) εκεί οι εργάτες και δεν κλαίνε τη μοίρα τους (όπως θα ήθελε γενικώς το Κόμμα), μερικές φορές μάλιστα καταφέρνουν και νικάνε κόντρα στο καπιταλιστικό πεπρωμένο; Είναι απλά αγωνιστικές μειοψηφίες, παντελώς άσχετες με ότι κινείται στους δρόμους, τις πλατείες και τα social networks, που κάποια στιγμή στο μακρινό μέλλον θα φτιάξουν το σωστό ΚΚ;

Ο συγγραφέας γνωρίζει, γιατί κατά τ' άλλα είναι παρατηρητικός και ξύπνιος σύντροφος, ότι δυο τινά συμβαίνουν: Ή στραβά είναι ο γυαλός (όπως υποστηρίζει) ή στραβά αρμενίζει η σκέψη του, που έχει διαχωριστεί πλήρως από τα τεκταινόμενα στον περιβάλλοντα χώρο, μετατρεπόμενη σε ένα συνεκτικό σύνολο από γερές δόσεις προκαταλήψεων, που εγώ ονομάζω ιδεολογία.

Και για να μη παρεξηγηθούμε (ερώτηση: "εσύ πολυεργαλείο δεν έχεις ιδεολογίες;"), για μένα οι κάθε είδους ιδεολογίες είναι ένα αναγκαίο κακό μέσα στο οποίο είμαστε όλοι χωμένοι από τη στιγμή που ζούμε μέσα στο φετιχοποιημένο καπιταλιστικό σύμπαν που τις παράγει. Αναζητώ οπότε το ξεπέρασμα τους κι όχι την κατάλληλη φωτεινή μορφή που θα μου δείξει τον ορθό δρόμο προς την αταξική κοινωνία και τον κομμουνισμό. Ευτυχώς η ιδεολογία που εκφράζει το κείμενο της Λεύγας νομίζω ότι ξεπερνιέται από την ίδια την πραγματικότητα. Είναι σαν τη γραμμή του ΚΚΕ, του πολιτικού φορέα που εκφράζει στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό αυτή την ιδεολογία. Όσο πιο πολύ τις γυρίζει τις πλάτες η κοινωνική πραγματικότητα, τόσο πιο στιβαρή και "σας τα έλεγα" γίνεται. Μέχρι τη στιγμή της σύγκρουσης ιδεολογίας και πραγματικότητας, που ακολουθεί την πτώση στο κενό που διανύουμε, οπότε αναγκαστικά ότι και να λένε τα σχήματα μας εμείς πολεμάμε μαζί με πραγματικούς εχθρούς σε πραγματικά (εμφυλιοπολεμικά) στρατόπεδα.

Και κάτι μου λέει ότι πλησιάζει αυτή η στιγμή της απότομης πρόσκρουσης και τελειώνει η εποχή που μπορούσαμε να λέμε στις αναλύσεις μας "jusqu a ici tout va bien".


Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Ας (μη) σοβαρευτούμε λοιπόν

Μεταστροφή λέξεων από συντρόφισσα των occupy στις ΗΠΑ

Εποχές λαϊκομετωπικών σοσιαλδημοκρατικών αυταπατών και φασιστικής ανόδου, θυμήθηκα τη ζωή κάποιων προγόνων μας κομμουνίστριων και κομμουνιστών σε παρόμοιες ιστορικές συνθήκες. Σε αυτό το βιβλίο λοιπόν περιγράφεται η ζωή εξόριστων μελών του ΚΚΕ τη περίοδο λίγο πριν τη δικτατορία του Μεταξά. Εξόριστοι/ες εργάτες από τον Βενιζέλο (τον Ελευθέριο ντε) στα νησιά που εμείς έχουμε συνηθίσει να χιπποδιακοπεύουμε, είχαν φτιάξει συνεργατικές κολλεκτίβες, συλλογικές κουζίνες και δομές αυτομόρφωσης για να καταφέρουν να επιβιώσουν στην απομόνωση που τους είχε επιβληθεί.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια του συγκεκριμένου βιβλίου είναι η τοποθέτηση των εξορίστων για το ρόλο της γυναίκας και τα σεξουαλικά ζητήματα της εποχής. Σε γενικές γραμμές: Οι εξόριστοι έπρεπε να είναι τύπος και υπογραμμός, υπόδειγμα στρατευμένου αγωνιστή (ειδικότερα απέναντι στις ντόπιες κοινωνίες των ξερονησιών με τις οποίες επιζητούσαν τη συνεργασία), οπότε δεν πηδιόντουσαν. Στον αυστηρό αυτό κανόνα αυτοπειθαρχούσε το σύνολο των μελών των κοινοτήτων των εξόριστων. Όταν μάλιστα σε ένα ξερονησί ένας νεαρός εργάτης "αμάρτησε" με μια ντόπια ζωντοχήρα που τον γλυκοκοίταζε, συγκαλέστηκε άμεσα "λαϊκό δικαστήριο" στη κολλεκτίβα κι ο νεαρός ζήτησε συγγνώμη για την παραβίαση του κανόνα, δηλώνοντας ότι "είχε ορμές, λόγω των οποίων δεν περιμένει από τους πιο ηλικιωμένους να τον καταλάβουν". Η δήλωση αυτή προξένησε ακόμα μεγαλύτερη αναστάτωση στους συντρόφους του, που οργισμένοι δήλωσαν ότι όλοι είχαν ορμές, τις οποίες όμως έπρεπε να καταπνίξουν λόγω του ανώτερου σκοπού για τον οποίο πάλευαν.

Πάνω κάτω όμως, ίδιες συντηρητικές αντιλήψεις για τις σεξουαλικές σχέσεις κουβαλούσαν και οι εξόριστες κομμουνίστριες εργάτριες. Θεωρούσαν ότι από τη στιγμή που είχαν ταχθεί στον αγώνα, δύσκολα θα παντρευόντουσαν, θα έκαναν παιδιά και οικογένεια με κάποιον σύντροφο τους. Όλα αυτά ήταν "προνόμια" της υπόλοιπης "μη έχουσας επαναστατικής συνείδησης για τον ιστορικό ρόλο του προλεταριάτου" κοινωνίας. Όσο για τη σεξουαλική απελευθέρωση και τη γυναικεία χειραφέτηση, υποστήριζαν ότι το Κόμμα ήταν πάντα προοδευτικό και συνεπές στις λενινιστικές αρχές της ισότητας αντρών και γυναικών, αλλά έπαιρναν αποστάσεις από τον "αστικό εκχυδαϊσμό της δυτικής σεξουαλικής απελευθέρωσης".

Παρά τη σιδερένια πειθαρχία, κάποιες στιγμές οι φυσικές του ανάγκες εξεγείρονταν. Όχι μόνο οι σεξουαλικές. Φανταστείτε να  είστε εξόριστοι στη Γαύδο, αναγκασμένοι να τρώτε 5 φορές την εβδομάδα φασόλια από τη συλλογική κουζίνα. Το βράδυ τα αγοράκια "τρόλλαραν" δεόντως στη κολλεκτίβα τους. Οι συντρόφισσες στο δωμάτιο πιο δίπλα δεν είχαν την ίδια γνώμη περί βραδινού χιούμορ. Έβαλαν ζήτημα στη συνέλευση οι σύντροφοι να αυτοπειθαρχήσουν τις φυσικές ορμές τους τις βραδινές ώρες, για να κοιμούνται ήσυχες. Προφανώς έγιναν μαλλιά κουβάρια, αφού οι σύντροφοι συνέχισαν να αστειεύονται περί του "προβλήματος", ενώ οι συντρόφισσες παρέμεναν βράχος στην τοποθέτηση τους. Η μόνη λύση που βρήκε ο πρόεδρος της κολλεκτίβας ήταν να απαγορέψει κάθε κουβέντα στη συνέλευση για το επίμαχο ζήτημα.

Ευτυχώς για τα σώματα μας, 75 χρόνια μετά, οι απόψεις γυναικών και αντρών για τα έμφυλα ζητήματα έχουν προοδέψει κάπως. Βέβαια, η ανατολίτικη πατριαρχική κουλτούρα παραμένει κυρίαρχη, βασικό ιδεολογικό στήριγμα της δομής υλικής αναπαραγωγής μικροαστικών προνομίων και συνειδήσεων που αποκαλείται ελληνική οικογένεια. Αλλά αμφισβητείται συνεχώς από νέα υποκείμενα που αρνούνται την ευθύγραμμη και ατάραχη πορεία των ρόλων που τους έχουν φορεθεί προς το νεκροταφείο της επίσημης πορνείας που αποκαλείται γάμος. Καθόλου τυχαία, επίσης, η ανανέωση της φεμινιστικής κριτικής από queer υποκείμενα μέσα από τις κοινωνικές ανακατατάξεις ρόλων και στερεοτύπων που άφησε κληρονομία στο ανταγωνιστικό κίνημα η θύελλα του Δεκέμβρη '08. Το "εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται" είναι πρώτα απ' όλα ιστορικά άδικο. Τα μουνιά και οι πούτσοι είναι τα πρώτα που εξεγείρονται συνήθως και βάζουν φωτιά στο κόσμο της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης. Κοινωνική επανάσταση χωρίς σεξουαλική επανάσταση είναι ένα κενό γράμμα.

Το βασικό πρόβλημα όμως των σύγχρονων κομμουνίστριων και κομμουνιστών (προφανώς δεν αναφέρομαι στο παραδοσιακό σταλινικό κόμμα, αν κι εκεί οι ΚΟΒες κάθε τρεις και λίγο ασχολούνται με τις εσωτερικές αλλαξοκωλιές των μελών...) δε διαφέρει από αυτό των προγόνων τους στη δεκαετία του '30. Ζούνε σε κλειστές κοινότητες, αποκομμένοι από την υπόλοιπη (πατριαρχική, μικροαστική, μπλαμπλαμπλα) σκατοκοινωνία. Θεωρούν τους εαυτούς τους ένα  πρότυπο στρατευμένου αγωνιστή ταγμένου να διανύσει διαφορετικό δρόμο από αυτούς που δεν έχουν φτάσει το δικό τους επίπεδο συνείδησης και κουλτούρας. Τουλάχιστον κάνουν λίγο περισσότερο (αγχωμένο) σεξ, αλλά σχεδόν πάντα μεταξύ τους (που να βρούνε άλλους και άλλες;) και μετά τσακώνονται στις συνελεύσεις και τα συνεργατικά τους μπαρ-καφενεία για αστεία ζητήματα, κυρίως σε σχέση με πολιτισμικούς κώδικες που έχουν μάθει να χρησιμοποιούν για να επικοινωνούνε και να αστειεύονται. Σίγουρα και οι λέξεις είναι κοινωνικά κατασκευασμένες κι όχι βιολογικά αυθόρμητες. Σε μια συντηρητική χριστιανική κοινωνία που το σεξουαλικό ταυτίζεται με το "βρώμικο", η προλεταριακή αντιστροφή έχει μάθει να βρίζει και να ειρωνεύεται χρησιμοποιώντας αρχίδια, μουνιά και γαμήσια. Η πλήρης ταύτιση όμως βρώμικων λέξεων με βρώμικα σεξιστικά μυαλά αποτελεί μια αυτοαναφορική ιδεολογική κατασκευή των σύγχρονων κομμουνιστριών και κομμουνιστών.

Η "αντισεξιστική" λογοκρισία σε καμιά περίπτωση δε συνιστά σοβαρή λύση. Το ξεπέρασμα του διαχωρισμού μεταξύ της γλώσσας που χρησιμοποιείται σε δημόσια και ιδιωτική σφαίρα, αποτελεί μια κοπιαστική διαδικασία διαμόρφωσης νέων ριζοσπαστικών κωδίκων, ανοιχτών όμως στην υπόλοιπη αντιφατική κοινωνική κίνηση κι όχι αυτοεξόριστων σε κομματικές σχολές ιδεολογικής ορθοδοξίας και ορθοφωνίας. Και προπάντων ανοιχτών στο γέλιο και τη σάτιρα, σημαντικά όπλα μας για να τα (ξανα)κάνουμε "πουτάνα όλα" στους δρόμους που καταλαμβάνουμε εμείς, τα πουτανάκια του κεφαλαίου, όταν εξεγειρόμαστε.

ΥΓ. Πάρτε κι ένα ιστορικό "σεξιστικό" τραγουδάκι που σημάδεψε την εφηβεία πολλών στα '90ς