Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Από τον μικροαστισμό στον συναισθηματισμό


Εδώ και 3,5 χρόνια παρακολουθούμε μια εν εξέλιξη μικροαστική καταστροφή. Και δεν καταρρέει μόνο το σύμπαν των μικροϊδιοκτητών/αφεντικών - των καθ' αυτό μικροαστών. Καταρρέει η μικροαστική ιδεολογία, από την οποία τρεφόμασταν (λίγο ως πολύ) όλοι μας, μιας και αυτή ήταν η κυρίαρχη ιδεολογία (απέναντι στην οποία αντιστεκόμασταν), δηλαδή το κυρίαρχο φαντασιακό διαμεσολάβησης των κοινωνικών σχέσεων.

Το μικροαστικό φαντασιακό υπαγόρευε την αιώνια και απαράλλαχτη χαρά. Όλα πήγαιναν καλά ή όλα θα πάνε καλά ή αν δεν πάνε καλά εσύ φταις και ψάξε να βρεις τρόπο να μην είσαι ο looser της υπόθεσης. Τα "εγώ" απολάμβαναν τους καρπούς της προσωπικής/πολιτικής επανάστασης των sixties, της συλλογικής τους ήττας και της ατομικής τους ανέλιξης στην ιδεολογική κυριαρχία. Σε εκείνον τον μάταιο κόσμο το μόνο που άξιζε ήταν το κυνήγι των ατομικών "ηδονών", η κατανάλωση υλικών και σχέσεων, ο διάχυτος κοινωνικός κανιβαλισμός επί κάθε παρθένου προσωπικού συναισθήματος, με τη μοναξιά να αντιφεγγίζει στην οθόνη. Μια σχιζοειδής παραγωγή και κατανάλωση συναισθημάτων στο "εδώ και το τώρα" που βομβάρδιζε με χαζοχαρουμενιά την οδυνηρή ταξική μας μνήμη, μας εξαντλούσε συναισθηματικά και μας κούραζε υπαρξιακά. Μια κοινωνική παρακμή που οδηγούσε με ιστορική ακρίβεια στη συλλογική κατάρρευση. 



Αυτή η κατάρρευση επιτέλους ήρθε. Και μαζί έρχεται και "η ώρα του απολογισμού" για τους χιλιάδες μικρούς ή μεγάλους βασιλιάδες του ατομικιστικού lifestyle. Γυμνοί παρά τα γκλαμουράτα τους ρούχα, παραδέχονται ότι χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο κάθε φορά πριν εξαπολύσουν τη χαζοζαρουμενιά τους εκ της οθόνης. Ζουν ένα δράμα. Η πουτάνα η ιστορία τους την έφερε. Βγάζουν όμως τα συμπεράσματα τους από τη κρίση:

"Ναι, ήταν μια φούσκα. Έχετε δίκιο. Η έκρηξη των media στη δεκαετία του ’90 οδήγησε σε σχιζοφρενικά κόστη όλους μας. Η ΙΜΑΚΟ έφτασε να έχει 550 υπαλλήλους και μισθολόγιο 15 εκ. ευρώ το χρόνο!"
Το πρόβλημα τελικά καταλήγει να περιστρέφεται γύρω από τον παλαιομοδίτικο εργατικό μισθό. Αυτόν που ήταν ξεπερασμένος, γιατί όποιος αξίζει ανταμείβεται με το παραπάνω, γιατί "δεν υπάρχουν αφεντικά και εργαζόμενοι, είμαστε μια οικογένεια" κι άλλες μεταμοντερνιές. Αυτόν τον μισθό που θυσίαζαν οι περισσότεροι εργαζόμενοι/ες της ΙΜΑΚΟ, μπας και σωθεί η επιχείρηση και πηδούσαν τα κάγκελα για να δουλέψουν και να σπάσει η απεργία. Εμείς απ' έξω προειδοποιούσαμε, κανένας δεν θα σωθεί, το καράβι θα βουλιάξει, να διαφυλάξουμε την αξιοπρέπεια μας, αλλά χρησιμοποιούσαμε άγνωστες λέξεις για απεργοσπάστες. Και τώρα περίμενε μαλάκα απλήρωτε εργαζόμενε της ΙΜΑΚΟ να σε δικαιώσουν τα δικαστήρια το 2030, ενώ ο "θείος" πρώτα φεσώνει εσένα και σου κλαίγεται ότι κάνει ότι μπορεί για να σε ξεπληρώσει.



Ο μικροαστισμός, η ιδεολογία των αφεντικών, καταρρέει επάνω μας και μας απειλεί ότι θα επανέλθει. Και μέχρι να επανέλθει μας γαμάει το μισθό και καταφεύγει στον συναισθηματισμό. Ο άντρας, η "κολόνα του σπιτιού" κλαψομουνιάζει για την αποτυχία, (που την παίρνει πάνω του γιατί είναι "λαϊκό παιδί" κι ας φταίνε όλοι οι άλλοι, ο δικομματισμός, η διαπλοκή και τελικά οι μισθοί) και η γυναίκα δίνει όρκο αιώνιας οικογενειακής πίστης "στα εύκολα και στα δύσκολα". Μαζί με τη μικροαστική ιδεολογία συγκλονίζονται και οι έμφυλοι ρόλοι. Το θέαμα τους ήθελε καταναλωτές "ευτυχίας" και "προσωπικής καταξίωσης" και με τους μισθούς που (δεν) παίζουν αυτό το παραμύθι εξαντλήθηκε. Χρειάζεται νέο παραμύθι. Τώρα πρέπει να βιώσουμε τον πόνο και την κατάθλιψη ως τη νέα μόδα. Κλεινόμαστε σπίτι (γιατί δεν έχουμε και φράγκα) και κλαιγόμαστε. Είναι η εκδίκηση του "εγώ": "Κοίτα με που τόσα χρόνια στο έπαιζα δυνατός/η και γεμάτος/η αυτοπεποίθηση, τελικά δεν είμαι, οπότε τώρα άκουσε το προσωπικό μου δράμα".

Η επιστροφή στον πόνο είτε θα βιωθεί ως αυτό που είναι, μια μακρά και οδυνηρή πραγματικότητα που κανένα "εγώ" δε θα την αντιμετωπίσει, καμιά "εξ' ουρανού λύση" δεν θα εμφανιστεί στον ορίζοντα, καμιά "μαγική νύχτα" δε θα την κάνει παρελθόν, είτε θα εκτονώνει την πίεση που δέχονται καλοαναθρεμμένοι ατομικισμοί μας σε ξεσπάσματα ανάλογα των γενικών απεργιών της ΓΣΕΕ - ΑΔΕΔΥ. Όμως ισχύει ότι ο πόνος και το κλάμα καθαρίζουν το βλέμμα και ο έρωτας παραμένει ετοιμοπόλεμος για να μας ανασυνθέσει στη γωνιά, αρκεί να κοιτάξουμε κατάματα τη νύχτα:

"Οι έρωτές μας, ανασταίνουν ακόμη και τα ψοφίμια. Ανασταίνουν ακόμη και μας. Οι έρωτές μας, μας παίρνουν απ’ το χέρι. Κάτι αγαπημένοι, μισοζώντανοι, ημιπαράφρονες, μας παίρνουν απ’ το χέρι. Κάτι συνθήματα, κάτι σελίδες, κάτι μηνύματα.


Ένας παλαβός εσωτερικός χορός, ένα τσούγκρισμα. Μια λυσσασμένη επιμονή. Οι κλαμμένες ενδοχώρες στη σειρά. Φιλί, χαιρετούρα, αγκαλιά, δανεικά, ότι χρειαστείς, ένα άγριο γέλιο, μια πανάθλια αισιοδοξία. Βλέπω τους αγαπημένους μου να κλαίνε πια συχνά. Τους βλέπω να στέκονται πιο φοβισμένοι από ποτέ. Τα αυτιά τους κολλημένα στο επόμενο πολεμικό ανακοινωθέν. Και καθώς κολυμπάνε μες στον καθημερινό τρόμο, μες στον παραλογισμό και την σύγχυση, τα βλέμματα σιγά σιγά καθαρίζουν. Μετά το κλάμα, τα μάτια σιγά σιγά καθαρίζουν.
Και αν, και τότε, ίσως καταφέρουμε να δούμε μια φορά τον κόσμο."
Ή να φοβάσαι ανθρωπάκο αν μας δεις καμιά φορά να κλαίμε:


ΥΓ. Και δεν είναι τυχαίο που και στο "ταξικό κίνημα" καταφεύγουμε συνεχώς σε τέτοιους συναισθηματισμούς. Μετά από χρόνια ανακαλύψαμε την ύπαρξη βιομηχανικής εργατικής τάξης και ξαφνικά μας πλημμύρισε η συγκίνηση για τον αγώνα του "κόκκινου εργάτη". Με το που έσκασε η προβοκάτσια της Χρυσής Αυγής, πηδάμε στο άλλο άκρο και νοιώθουμε προδομένοι που οι "τίμιοι" χαλυβουργοί μπορεί να είναι και πατριώτες ή και φασίστες. Ψάχνουμε για ηρωισμούς και προδοσίες μπας και συγκινήσουμε το επαναστατικό μας φαντασιακό, χωρίς να βλέπουμε τους αγώνες της εργατικής τάξης ως αυτό που είναι: αντιφατικοί, απογοητευτικοί και ελπιδοφόροι.

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Προλεταριακό shopping therapy (πρώτες σκέψεις για 12/02/12)

Επιστροφή από Μοναστηράκι με μετρό γύρω στις 11:30, μετά από 7 ώρες βόλτες γύρω - γύρω στο νυχτερινό κέντρο με τη φωτιά να μας καταβροχθίζει.

Στο Σύνταγμα από τις 17:00, μεσ' στη πήχτρα να νιώθεις από την αργή οπισθοχώρηση του κόσμου ότι αυτή τη φορά δε θα νικήσει ο φόβος. Η Σταδίου να τραντάζεται στις 18:00 από τη λαϊκή απαίτηση να καεί το μπουρδέλο. Όπως και το "μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι" που δεν το 'χεις ξανακούσει από τόσα στόματα. Στη Νομική η "αντικοινωνική" νεολαία να ανοίγει τις πόρτες της στη μαχόμενη κοινωνία. Ξεκούραση για λίγο στα ήσυχα Εξάρχεια, με τα οποία κανείς δεν ασχολείται. Ομόνοια το ΠΑΜΕ, ξένο σώμα μέσα στο εξεγερμένο πλήθος. Βόλτα στην Αθηνάς μετά τις 21:00 μπας και προσεγγίσουμε ξανά το Σύνταγμα από κάτω. Παντού φωτιές και οδοφράγματα. Ψεκάζουν συνεχώς το κόσμο που πλησιάζει.

Μήπως να σταματήσουμε να ασχολούμαστε με το μπουρδέλο τους; Διστακτικά οι πρώτες επιθέσεις στα "μικρομάγαζα" της Ερμού. "Δεν είμαστε κλέφτες" οι μικροαστοί "σύμμαχοι" να ουρλιάζουν. Συνεννοήσεις με δυο ματιές με τα αλάνια που τριγυρνάνε σε παρέες. "Πάμε;" "πάμε". Μπουφάν, φόρμες, αθλητικά, παπούτσια πεταμένα στο οδόστρωμα σε εκπτώσεις 100%.  Μας κλέβουν, τους κλέβουμε. Μας λεηλατούνε, τους λεηλατούμε. Μας τα παίρνουν όλα, θα τα πάρουμε όλα πίσω. Εμείς τα έχουμε παράξει. Εμείς (θα) δουλεύουμε στα κωλομάγαζα τους. Έτσι καταργείται το χρήμα στην πράξη, δεν έχουμε άλλωστε λεφτά για να πληρώσουμε.

Και ναι μπορούμε και χωρίς τα τρέντυ ρούχα και κινητά που βουτήξαμε. Είναι κυρίως η πράξη που μας ενθουσιάζει. Το γκάπα γκούπα στη βιτρίνα, το ράγισμα και μετά η εισβολή στο άδειο κατάστημα με το συναγερμό να σκούζει, το να τα βουτάς δέκα-δέκα και να πετάς στο δρόμο μετά πράγματα που αξίζουν όσο δυο μισθοί σου, για να τα μοιραστείς με αυτούς/ες που είστε στην ίδια μοίρα. Και στην επιστροφή στο μετρό το παλικάρι δίπλα σου να βγάζει μια ζαρτιέρα και να αναφέρει ότι ήταν ο μόνος τρόπος για να κάνει δώρο στην κοπελιά του και ο χαβαλές να παέι και να έρχεται σε όλο το βαγόνι.

Ναι ο νόμος τους ψηφίστηκε, το μέλλον μας είναι υποθηκευμένο, η πτώχευση της τάξης μας προχωρά. Όμως μπορούμε και χαμογελάμε, ότι πιο σημαντικό για να συνεχίσουμε να παλεύουμε.


Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Το σ' αγαπώ πες το με πέτρες



Ήμουν σ' ένα λεωφορείο τη Δευτέρα, μούσκεμα όπως όλοι από τα καρεκλοπόδαρα που έριχνε. Στη Βουλή το λεωφορείο σταματά και ο οδηγός ζητά από τους ματατζήδες να ελέγξουν μια καταγγελία μιας κοπελιάς ότι της έκλεψαν το πορτοφόλι. Οι ματατζήδες του λένε να πάρει το 100 κι ότι έχουν να ασχοληθούν με τη διαδήλωση (αγανακτισμενοσωματειων) κι ο οδηγός μουλαρώνει ότι ο ρόλος τους είναι να προστατεύουν τους πολίτες.

 Περνά ένα 10λεπτο σταματημένο το λεωφορείο μες στη σιωπή και ξαφνικά ακούγεται μια φωνή "Έλεος, αν είναι δυνατό να περιμένουμε τόσην ώρα".  Στην αρχή η οργή των επιβατών κατευθύνεται στον λεωφορειατζή, ανταλλάσσονται κάποιες κοινοτυπίες σε σχέση με τους δημοσίους υπαλλήλους, απαντάει μια νεαρή λέκτορας ότι δεν είναι έτσι, μετά κάποιος αγανακτισμένος μικροαστός υποστηρίζει ότι "μαζί τα φάγαμε", απαντάει μια κυρία μέσης ηλικίας ότι δε συγκρίνεται το σπίτι που δεν γράψαμε στην εφορία με τα λεφτά που έφαγε ο Τσοχατζόπουλος, ο αγανακτισμένος μικροαστός υποστηρίζει ότι μας τιμωρούν οι Γερμανοί επειδή αντισταθήκαμε στο φασισμό, βουτάει την ευκαιρία κάποιος άλλος μικροαστούλης και αναφέρει ότι η νέα τάξη θέλει να εξοντώσει το ελληνικό έθνος, η μεσήλικη κυρία συνεχίζει να υποστηρίζει ότι όλες οι επαναστάσεις έγιναν με αίμα κι ότι αυτό που ζούμε είναι έτσι κι αλλιώς πόλεμος. Να μη τα πολυλογώ μέχρι να κατέβω όλο το λεωφορείο συζητούσε για το μνημόνιο, για τους πολιτικούς που θέλουν κρέμασμα και τους μπάτσους που τους φυλάνε, για ντου στη Βουλή και ελικόπτερα, για τα παιδιά που θα γεννηθούν τώρα και για τα οποία πρέπει να παλέψουμε κι άλλα ενδιαφέροντα.

Η αγανάκτηση είναι λοιπόν έκδηλη για άλλη μια φορά. Οι "από πάνω" με τις μεθόδους πρόληψης εξεγέρσεων που έχουν, το έχουν καταλάβει και προετοιμάζονται ή προσπαθούν να ξορκίσουν το αναπόφευκτο, το CNN νοικιάζει γραφεία στο κέντρο της Αθήνας για τις επόμενες 20 ημέρες κι άλλα ωραία.

Το γιορούσι των αφεντικών αποκτάει τα χαρακτηριστικά εκτεταμένης λεηλασίας που συνοδεύεται από βιασμούς και εμπρησμούς σπιτιών. Η επίθεση πλέον αγγίζει άμεσα το προλεταριάτο του βασικού μισθού κι όχι τις κατακτήσεις της (λιγότερο ή περισσότερο) μικροαστικοποιημένης εργατικής τάξης. Αυτή έχει μπει εδώ και καιρό σε τροχιά απεργιακών κινητοποιήσεων με χαρακτηριστικά διαρκείας, αν και οι ρουφιάνοι των αφεντικών και τα συνδικάτα κάνουν ότι μπορούν για να εγκλωβίσουν την εργατική απόγνωση σε ρεαλιστικά πλάνα επιχειρησιακού ή κλαδικού "αγώνα".

Όπως και στο λεωφορείο, έτσι και ευρύτερα στη κοινωνία φαίνεται ότι φτάνει η στιγμή της άμεσης σύγκρουσης που όλες οι αντιφάσεις της ταξικής πάλης θα εμφανιστούν στην επιφάνεια αφτιασίδωτες. Ταξική οργή μαζί με μικροαστικές αυταπάτες, κινητοποιήση της προλεταριακής βάσης μαζί με "αγωνιστική ετοιμότητα" των συνδικάτων για να μπει φρένο σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, άμεση δράση και επαναστατικές φαντασιώσεις γύρω από τα "χειμερινά ανάκτορα", απεργοί και "αγανακτισμένοι" μπλέγμενοι σε μια ερωτική σχέση αγάπης και μίσους που δεν την επιλέξανε αλλά τους επέλεξε.

Το κόλπο παραμένει στημένο και στα μέτρα τους. Οι εφεδρείες και οι προβοκάτσιες τους δεν έχουν εξαντληθεί. Ακόμα είμαστε στην αρχή. Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει σε μια, ούτε δυο νύχτες. Η επίθεση των αφεντικών βάζει ζήτημα ζωής σε όλους κι όλες μας. Ποτέ δεν μας άρεσε ο κόσμος τους, αλλά τώρα γίνεται αδύνατο να ζήσουμε μέσα σε αυτά τα σκατά.  Ταυτόχρονα, χάνουμε μια-μια όλες τις αλυσίδες/αυταπάτες μας. Και αυτό είναι νομίζω που φοβίζει τους "από πάνω". Τη φωτιά την έχουν προβλέψει, αλλά την ένταση της δεν είναι σίγουροι ότι την ελέγχουν. Γιατί η ένταση της είμαστε εμείς, η φωτιά που σιγοκαίει μέσα μας στην κρύα καθημερινότητα μας, η κατάθλιψη που σπάει όπως μια βιτρίνα, τα ενωμένα χέρια, η αλληλεγγύη και η κοινότητα στη πράξη, οι αλητείες στο δρόμο.

Καλό ΠΣΚ, τα περιγράφουν καλύτερα οι σύντροφοι στο τραγούδι: