Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Για ποιόν θάνατο κλαίμε;



Έμαθα για τον θάνατο του Χρόνη Μίσσιου σήμερα το μεσημέρι καθώς μοίραζα χαράτσια στη γειτονιά που δουλεύω στα ΕΛΤΑ. Για μένα είχε σχεδόν περάσει μια άλλη δύσκολη σκατομέρα στη δουλειά, ξέρετε από αυτές που πάνε τα πάντα σκατά από το πρωί, δε παίρνει μπροστά η μηχανή, σε ψάχνει το αφεντικό, τρέχεις και δε φτάνεις μέσα στη βροχή, που σου λέει ο συνάδελφος καλημέρα και του αρχίζεις τις χριστοπαναγίες. Όπου το μόνο παρήγορο στο μυαλό σου είναι πως "ντάξει Τρίτη είναι, δεν είναι και Δευτέρα, πριν το καταλάβω θα έχει φτάσει Παρασκευή". 

Για να σπάω τη ρουτίνα της δουλειάς, να μη χάνω την επαφή μου με τον κόσμο της πληροφορίας, να ακούω κανά τραγουδάκι και τέλος πάντων να μη νοιώθω τόσο νεκρός, έχω τη συνήθεια να ακούω ραδιόφωνο. Κάπου εκεί λοιπόν ανάμεσα σε γράμματα, κορναρίσματα και νεύρα έρχεται αυτή η μελωδία στη μέση μιας δολοφονημένης μέρας, να σου θυμίζει ο σύντροφος με τη μετάβαση του στο υγρό χώμα ότι δεν έχεις γίνει απλά σκλάβος των 470 ευρώ και του συστήματος, αλλά αυτής της κωλοεφεύρεσης που λέγεται ρολόι και ότι έχεις αφήσει όλα τα σημαντικά για  ένα αύριο που δε θα έρθει ποτέ. Και το χειρότερο, ότι αρχίζεις να συνηθίζεις την απώλεια του σήμερα, μιας μέρας που θα μπορούσε να ήταν ένα παιχνίδι παρόμοιο με αυτό που έπαιζαν τα σύννεφα με τον φθινοπωρινό ήλιο πάνω από το κεφάλι σου, που όμως συνηθίζει να κοιτάει μόνο το ρολόι.

Αυτός γίνεται ήδη δέντρα, πουλιά και ποτάμια που τραγουδάνε γύρω μας την όμορφη περιπέτεια της ζωής, όπως έκανε και με τα βιβλία που μας συν-κίνησαν. Κι εμείς τον χαιρετάμε, κλαίγοντας για το καθημερινό μας θάνατο:
"Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει ένα αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πώς θέλαμε να του 'πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπόυσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για εμάς. Όμως, το αφήσαμε για αύριο, για να πάμε που ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δε πάμε πουθενά άλλου, παρά στο θάνατο, κι εμείς οι μαλάκες αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα από τη ζωή μας, χαιρόμαστε, ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας, την καταντήσαμε ένα καθημερινό χωρίς ελπίδα ανάστασης θάνατο, διότι ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ".

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Δευτέρες χωρίς λιακάδα: Πόρτα-πόρτα διπλοθεσίτης δημοσίου

 Δε προλαβαίνω να γράψω τελευταία γιατί βιώνω μια απότομη μετάβαση από τον μαγευτικό κόσμο της μακροχρόνιας ανεργοεργασίας (της πολύμηνης κατάστασης ανεργίας με πολλά διαλείμματατα πρεκαριομεροκαμάτων) στον ακόμα πιο μαγευτικό κόσμο της εντατικής εργασοανεργίας  (του ολιγόμηνου αυτού διαλείμματος ανάμεσα στις ανεργίες όπου σου βγαίνει η πίστη σε συμβάσεις εργασίας -ναι συμβάσεις! τρέχτε όσο προλαβαίνετε- ορισμένου χρόνου). Αφού όλους του προηγούμενους μήνες είχα γίνει  φίλους με τους φωτοτυπάδες, τους υπαλλήλους ΚΕΠ και τυπικός με τους εργαζόμενους σε ΟΑΕΔ και εφορίες (μπας και μειώσεις το νεκρό γραφειοκρατικό χρόνο) κι αφού "πάτησα" στη σειρά κατάστασης χιλιάδες άλλους/ες άνεργους/ες, το φετινό φθινόπωρο είχα τρεις ολόκληρες προτάσεις εργασίας και έπρεπε να διαλέξω τις δυο!


 Κοινωφελή προγράμματα λέγεται η μεγάλη μπίζνα, (εδώ περισσότερες πληροφορίες), όπου πάνω κάτω σε ενοικιάζει ένας "καλούλης" αφεντικός (συνδικαλιστής, ΜΚΟ, οικολόγος, φιλάνθρωπος, αντιμνημονιακός κτλ.) σε έναν άλλο οργανισμό "κοινής ωφέλειας" (δημαρχείο,νηπιαγωγείο, νοσοκομείο, ΚΑΠΗ, κοινωνικό παντοπωλείο) κι όλοι μαζί δείχνουν το κράτος όταν τους ζητάς μετά από ένα μήνα δουλειάς τα 625 ευρώ που λαχταρούσες για να σταματήσεις να δανείζεσαι και να αφήνεις απλήρωτο ότι λογαριασμό μπορείς. 3 αφεντικά σε ένα: Συνδικαλιστές, δήμαρχοι, υπουργοί, πάρε κόσμο και μη μιλάς, σκάσε και δούλευε. 

Επέλεξα να γλιτώσω από τη χαρά να απαιτώ τον μισθό μου (χωρίς δώρα, επιδόματα, άδειες) από τον Παναγόπουλο, υπάρχουν αρκετές χιλιάδες νέες 5μηνες Κούνεβες άλλωστε που παλεύουν για τη θέση μου και σύντομα θα παλεύουν για το μισθό στη γειτονιά δίπλα σας (κάποιες έχουν ξεκινήσει ήδη).

Ήμουνα στους πρσληπτέους ήδη από τον Ιούλη με αντικείμενο την πόρτα-πόρτα ενημέρωση των πολιτών για τα οικολογικά πλεονεκτήματα των βιοδιασπώμενων σακούλων, έκανα μια αποδοχή θέσης αρχές Σεπτέμβρη και μετά περίμενα να δω αυτή την πρωτοποριακή σύμβαση. Τα μέσα Σεπτέμβρη γίναν μέσα Οκτώβρη και μέχρι σήμερα τέλη Οκτώβρη η ενημέρωση ήταν "πολύ γραφειοκρατία - αναμείνατε στο ακουστικό σας". Στο ενδιάμεσο βγήκαν και τα αποτελέσματα της δεύτερης δουλειάς (βλ. παρακάτω) και σήμερα που με πήραν όλο χαρά να μου πουν τι χαρτιά να φέρω, πότε ξεκινάω κτλ. εγώ ευχαριστήθηκα την μικρή χαρά μιας σπάνιας άρνησης εργασίας στην εποχή του μνημονίου: Έριξα τα υπονοούμενα μου ότι καθυστέρησε πολύ η όλη διαδικασία σε σχέση τα φλέγοντα οικονομικά μου προβλήματα ως άνεργου και δικαιολογήθηκα κάπως ότι ξέρω πώς τα λέω σε σένα τη δημόσια υπάλληλο της ΓΣΕΕ, που θα πρέπει να ξαναδιορθώσεις τη λίστα με τους υπερτυχερούς, που δε φταις ακριβώς και γεια σας.


Το 470 ήταν σοκ και έφερε μελαγχολικές μνήμες από εκείνη τη χαρμολύπη της περσινής 12ης Φλεβάρη που το επέβαλλε στη ζωή πολλών εξ' ημών. Αλλά θεωρώ ήταν πιο ασφαλή πρόταση (σε μισθό και χρόνο) από την ενοικιαζόμενη εργασία της ΓΣΕΕ. Είχε μερικά πράγματα που δεν έχουν πετσοκοφτεί ακόμα (κράτα σύντροφε Κουβέλη!) του στυλ 10 μισθούς (8 και δυο δώρα), άδειες, συνδικαλιστικά δικαιώματα, ο από πάνω λέγεται προϊστάμενος κι άμα μοιράσεις τα γράμματα απολαμβάνεις και τη χαρά της λιγότερο από οχτάωρο εργασίας. Μέχρι στιγμής νοιώθω βέβαια ότι έχω ένα βουνό γράμματα να μοιράσω σε διψασμένους για έντυπη επικοινωνία και μπουχτισμένους από λογαριασμούς κατοίκους των μικρομεσαίων ΒΠ -που δυστυχώς εσένα βλέπουν ως τον πιο κοντινό εκπρόσωπο του υποψήφιου για ιδιωτικοποίηση ΕΛ.ΤΑ.- αλλά γενικά η εξωτερική εργασία έχει και τα αντιγραφειοκρατικά καλά της (ελαφριά και υγιεινή δεν τη λές βέβαια). Α και συνεργάζεσαι με παραδοσιακούς δημόσιους υπάλληλους, το συνδικάτο των οποίων (ΠΟΣΤ) προστάτεψε τις κλαδικές συμβάσεις των "μόνιμων" με αντάλλαγμα την ένταξη ημών των συμβασιούχων στην κατώτατη μνημονιακή σύμβαση της ΓΣΕΕ.


Ήξερα από την άνοιξη ότι ήμουνα στη λίστα της ΕΛ.ΣΤΑΤ. με τους ανεργοφοιτητές ("ιδιώτες συνεργάτες") στους οποίους τσαλαβουτάει όποτε θέλει να κάνει καμιά έρευνα -από αυτές που διαβάζετε ανά διαστήματα σε στυλ "ένας στους δυο νέους άνεργους", "το 40% δε πήγε διακοπές φέτος"- αλλά δεν είχε έρθει μάλλον ακόμα η σειρά μου σε αυτήν την μεταμοντέρνα επετηρίδα για να γευτώ την αναπαλλοτρίωτη εμπειρία της door to door με το κομμάτι εξωτερικής εργασίας που αξίζει ξεχωριστού κειμένου στην αυτοβιογραφική σειρά "Δευτέρες χωρίς λιακάδα". Κάθε έρευνα και μια ξεχωριστή περιπέτεια. "Εισβάλλεις" σε πολυκατοικίες και διαμερίσματα, κερδίζεις την εμπιστοσύνη των κατοίκων ενός τετραγώνου που άλλοι σε βλέπουν ως εκπρόσωπο των τροϊκανών, άλλες ως ύπουλο εγκληματία, άλλοι ως (αυτό που είσαι) μεταμοντέρνο μεροκαματιάρη (οι συνομήλικοι και οι μετανάστες σε πιάνουν και βοηθάνε) κι έτσι συμπληρώνεις τα πολυπόθητα ερωτηματολόγια με βάση τα οποία θα πληρωθείς κάποια στιγμή το χαρτζηλίκι, όπως στις θρυλικές (για εμάς τους πρεκάριους) απογραφές. Θα ναι Δεκέμβρης; θα ναι Φλεβάρης; θα είναι το 2013, θα υπάρχει η ευρωζώνη/ο κόσμος κι άλλα τέτοια φιλοσοφικά ερωτήματα, έρμαια στην καλή διάθεση της δημόσιας επιχείρησης ΕΛ.ΣΤΑΤ. με την οποία υπογράφεις ιντερνετική "συμφωνία" ότι δεν εκτελείς "εξαρτημένη εργασία", οπότε "σκάσε και δούλευε όποτε σε φωνάζουμε".

Το φοβερό ήταν που ακριβώς με το που ξεκίνησα να δουλεύω ως ταχυδρόμος έσκασαν κι οι έρευνες. Αν αρνηθείς μια έρευνα αυτομάτως βγαίνεις από τη λίστα, πάνε στον επόμενο πρεκάριο και δε σε ξανακαλούνε. Οπότε για ένα 15θημερο τις καθημερινές ξυπνούσα πριν το ξημέρωμα 6:30 και σχόλαγα 3 στα ΕΛΤΑ, μετά φαΐ (που λεφτά για fast food), μεγάλη προσπάθεια να μη κοιμηθώ και βουρ σε άλλη γειτονιά να κυνηγάω υποψήφιους συνεντευξιαζόμενους, μέχρι το σούρουπο (άμα νυχτώσει κινδυνεύεις από φοβισμένους νοικοκυραίους). Ήλιο με ήλιο που διάβασα και σε μια απεργιακή προκήρυξη που μας μοίρασε το ΠΑΜΕ στο ταχυδρομείο. Την τελευταία μέρα δε που παρέδιδα στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. τα ερωτηματολόγια σχόλασα κατά τις 9 το βράδυ, αφού σου φορτώνουν και να περάσεις τα δεδομένα στο πι-σι. Τουλάχιστον κοιμόμουνα λίγο παραπάνω το Σ/Κ, αν και τότε έβγαινε η περισσότερη δουλειά για την ΕΛ.ΣΤΑΤ. Και φυσικά στις δυο υπερπολύτιμες ώρες για μπύρες το βράδυ είσαι πτώμα και δεν την παλεύεις με τον πολύ κόσμο που σε ρωτάει "τι κάνεις" (που να  σου λέω, θέλει χρόνο) και σου θυμίζει την καθημερινή απρόσωπη μαζικότητα που συναντάς πόρτα-πόρτα.

Νοιώθω κάτι μεταξύ ανθρώπινου ρομπότ και προλεταριακής μετεξέλιξης δημόσιου υπάλληλου. Υποθέτω ότι θα πρέπει να νοιώθω και τυχερός με τόση ανεργία. Πάντως την παλεύω και περιμένω με ανυπομονησία το μισθό μου, όπως και το επόμενο απεργιακό κάλεσμα της ΓΣΕΕ.

(Τι άλλα; Τι νέα από τα ξένα μίντια; Άκουσα ότι έκλασε χτες ο Κασιδιάρης και ταυτόχρονα χαιρέτησε ναζιστικά; Ισχύει;)

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Σκορπιες σκέψεις για μια σκόρπια διαδηλωση (26/9/12)

Έχουν περάσει 7 μήνες από τη τελευταία μαζική αντίδραση στο δρόμο, που τα κάναμε κολυμπηθρόξυλο, χωρίς όμως να καταφέρουμε να σταματήσουμε την επέλαση των αφεντικών. Από τότε είδαμε σημεία και τέρατα. Το πιο επικίνδυνο είναι ότι έχουμε ξεχάσει τη δύναμη του δρόμου. Η ψυχολογική ήττα που έχουμε ενσωματώσει μας οδηγεί στο να κατεβαίνουμε στον δρόμο με ιδεολογικές εκτιμήσεις γύρω από τη δύναμη (και την αδυναμία) μας, αρκετά υποτιμητικές σε σχέση με την πραγματικότητα.

Για παράδειγμα ο συνδυασμός απόχη από το δρόμο + κοινωνικός εκφασισμός + φούσκωμα από τα μιντια του κοινωνικού φασισμού δημιούργησε σε πολλούς την εικόνα ότι κινδυνεύουμε από ένα διάχυτο πλήθος "αγανακτισμένων" με ελληνικές σημαίες  που αποτελούν σίγουρα ψηφοφόρους της χρυσής αυγής. Τους είδατε πουθενά χτες; Το "φασίστες δε σας περιμένουμε σας ψάχνουμε" παίρνει σάρκα και οστά στην πιο βλακώδη εκδοχή του.

Στο ίδιο μήκος κύματος κι οι εκτιμήσεις ότι θα είχε λίγο κόσμο η πορεία. Αν το δούμε ψύχραιμα, δεν είμασταν και πολλοί σε σχέση με αυτά που περνάμε. Αλλά για τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν μας λες και λίγους. Όμως δεν παίζει ψυχραιμία. Σαν οι επιλογές να είναι δυο: Ή να εξεγερθεί το "99%" που πλήττεται ή η αδράνεια, η γκρίνια, η μετανάστευση κτλ. Το να οργανωθούν 100.000 οργισμένοι απεργοί στο δρόμο δε θεωρείται μάλλον ρεαλιστικό. Έτσι στα πρώτα δακρυγόνα έχουμε το γνωστό εδώ και 2 χρόνια joking στη κατηφόρα της Πανεπιστημίου. 100.000 σώματα παραδίδονται σχεδόν αμαχητί απέναντι σε 5.000 μισθοφόρους. Οι ίδιοι μαύροι και κόκκινοι μιλιτάντες που μιλάνε για απεργία διαρκείας, ταξικό πόλεμο, Μελιγαλάδες, επανάσταση κι άλλα μεγαλεπήβολα δε μπορούν να διεκδικήσουν την παρουσία τους σε μια διαδήλωση για πάνω από 20 λεπτά και οδηγούν την κούρσα προς τα Εξάρχεια, παραδίνοντας τους κεντρικούς δρόμους στη σκούπα των μπάτσων. Εκ πρώτης όψεως αυτό είναι το πιο τρομαχτικό.

Από την άλλη δεν υπάρχουν και πολλά που δεν έχουν δοκιμαστεί σε αυτούς τους δρόμους τα τελευταία χρόνια Να τα θυμηθούμε; Εισβολή στο Κοινοβούλιο, περικύκλωση του, σπάσιμο της Σταδίου, της Πανεπιστημίου, της Ακαδημίας, πυρπόληση τραπεζών κι άλλων ευαγών ιδρυμάτων, κατάληψη της πλατείας Συνταγματος, υπεράσπιση της κατάληψης, ειρηνική διαδήλωση μισό εκατομμυρίου κόσμου και άγριες συγκρούσεις και λεηλασίες από εκατοντάδες χιλιάδες.  Τι άλλο να κάνεις; Από το να ξανακάνεις τα ίδια και τα ίδια μήπως να μην κάνεις τίποτα; Ναι αλλά αν επεκτείνουμε αυτή τη λογική γιατί να κατεβαίνουμε και στα πυροτεχνήματα της ΓΣΕΕ; Γιατί να μη γίνουμε γκρινιάρηδες απεργοσπάστες που περιμένουν την απεργία διαρκείας για να ξεκουνηθούν; Ναι -το χουμε ξαναπεί- παίζουμε σε στημένο ματς, εκτός έδρας. Αλλά αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πηγαίνουμε στα αποδυτήρια από το πρώτο γκολ;

Ένα πράγμα δεν έχει δοκιμαστεί μόνο: Η επέκταση των συγκρούσεων στις γειτονιές, στο δικό μας γήπεδο. Ο εχθρός φαίνεται να το κταλαβαίνει καλύτερα αυτό και να χτυπά προληπτικά εκεί. Η κινηματικη συσπείρωση που έπαιξε και παίζει γύρω από αυτό το μέτωπο, μάλλον είναι το σημαντικότερο διακύβευμα στις μάχες που έρχονται.

Και ας τελειώνουμε με το φάντασμα της γενικής απεργίας. Όσοι εργαζόμενοι μπορούν να απεργήσουν απεργούν ή υπόλοιποι είναι είτε ένα όχι μικρό ποσοστό απεργοσπαστών, είτε μισθωτοί που επιλέγουν να μην αυτοκτονήσουν οικονομικά στη συγκυρία που βρισκόμαστε. Γι' αυτό και χτες κατέβηκαν κυρίως δημόσιοι υπάλληλοι και άνεργοι. Μας αρέσει δεν μας αρέσει, αυτή είναι η σύνθεση του αγωνιστικού υποκειμένου, ένα κράμα παλιάς και νέας σύνθεσης της εργατικής τάξης που πλήττεται από διαφορετικές κατευθύνσεις από την αναδιάρθρωση και ενοποιείται στη συνθήκη της επισφάλειας/φτωχειας. Το να φαντασιωνόμαστε ότι μπορούμε να μπλοκάρουμε την αναπαραγωγή του κεφαλαίου με το να σταματήσουν με ένα μαγικό τρόπο να δουλεύουν και οι λίγοι που δουλεύουν, τζάμπα είναι αλλά απέχει χιλιόμετρα από την υλική πραγματικότητα. Αντίθετα, το να καταλάβουμε όλοι οι παραπάνω δρόμους, κτίρια και εργασιακούς χώρους και να εξαπλώσουμε την ταραχή πέρα από τα προκαθορισμένα, είναι μια ρεαλιστική αρχή. 

Φτάνουμε άλλωστε στο σημείο που η κατοχή μιας μάσκας φαρμακείου χρεώνεται ως κακούργημα. Δεν έχουμε και πολλά να χάσουμε. Μόνο τη ρουτίνα της ηττοπάθειας.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Ράπστε το επιτέλους (old skool flashback)


Η επιλογή της ΚΝΕ να παίξουν στο φεστιβάλ της οι Going Through και οι Νέβμα χαροποιεί τον συντάκτη αυτού του ταπεινού ιστολογίου, γιατί επιβεβαιώνει με σουρεαλιστικό τρόπο ότι το Κώμα έχει χάσει κάθε σοβαρή επαφή με τις πολιτισμικές ζυμώσεις της προλεταριακής νεολαίας. Αντιλαμβανόμενο ότι πρέπει να εκσυγχρονίσει κάπως το περιτύλιγμα, τη μορφή του προϊόντος που πουλάει στη νεολαία -γιατί χάνει πελάτες προς τον πιο trendy ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθεί να ταιριάξει το αποστεωμένο πολιτικό του πρόταγμα με τις χαζοχαρουμενιές του τηλεοπτικού θεάματος και έτσι καταλήγει να διαφημίζει μια αισθητική μαλακία και μισή και στη μορφή και στο περιεχόμενο.

Ένα παράπλευρο αποτέλεσμα της γεροντικής μαλάκυνσης του ΚΚΕ είναι ότι δίνει την αφορμή στα εν λόγω συγκροτήματα να μας ενημερώσουν ότι συμμετέχουν "σε μαζικούς αγώνες στο πλευρό του ταξικού κινήματος". Ας λάμψει επιτέλους η αλήθεια: στα φετινά βραβεία του Mad που παρενέβησαν οι απλήρωτοι εργαζόμενοι του Metropolis ο Ισορροπιστής συγκινημένος ήταν έτοιμος να αφιερώσει τραγούδι στην απλήρωτη εργατιά, αλλά δεν το έκανε γιατί έμαθε ότι δεν ήταν του ΠΑΜΕ η φάση. Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε με ένα τρανταχτό παράδειγμα της μετεξέλιξης του ύστερου θεάματος σε υπαρκτό σουρεαλισμό. Τη δουλειά τους κάνουν άλλωστε: Το προϊόν τους διαφημίζουν, ντόρο προκαλούν, πολλοί ασχολούμαστε μαζί τους, αν πετάνε και άλλη μια μαλακία στις τόσες που πετάνε εδώ και χρόνια που το κακό;

Συγκινημένος που αυτοί οι ακούραστοι εργάτες του θεάματος δεν ντράπηκαν να αποκαλύψουν δημόσια τις κομμουνιστικές τους πεποιθήσεις, ακολούθησα την έκκληση τους -στην απάντηση τους στην Αυγή- να ακούσω προσεκτικά το σύνολο της δισκογραφίας που μετρά πάνω από 15 albums (συνολικά και για τα δύο συγκροτήματα) για να ανακαλύψω το κοινονικοπολιτικό περιεχόμενο των στίχων τους. Αλήθεια λένε: Μπορεί να ταλαιπωρήθηκαν αρκετά τα αυτιά και η νοημοσύνη μου από διάφορα που τραγούδησαν την τελευταία δεκαετία για τις γκόμενες που κάνουν πώς δεν τους θυμούνται και για το πόσο γαμάτοι γενικά είναι που έχουν φτάσει στην κορυφή, αλλά θυμήθηκα και τα παλιά τους κομμάτια, μερικά από τα οποία αποτελούσαν εφηβικά ακούσματα εκείνη την ταλαίπωρη δεκαετία του '90.

Γιατί σαν τυπικά παραδείγματα της νεολαίας της εργατικής τάξης και οι δυο είχαν ξεκινήσει με ριζοσπαστικό και underground στίχο πριν καταλήξουν οι "gangsta" γαμιάδες στο Ελλαδιστάν. Οι Going Through π.χ. τη δεκαετία του '90 κάναν καταστασιακή, κομμουνιστική κριτική στην θεαματική επέτειο του Πολυτεχνείου: "Μια πόλη περιμένει, πανηγύρι έχει στήσει, να γλεντήσει με ντουντούκες και τραγούδια κάτι θέλει ν' αναστήσει, με σημαίες και φωνές, με συνθήματα κι οργή ετοιμάσανε τα κόμματα κι απόψε μια γιορτή".


Οι Νεβμα από την άλλη είχαν ξεκινήσει με πιο άγριες προλεταριακές διαθέσεις. Εγώ τους είχα πρωτογνωρίσει ως Νοητική Επανάσταση Βαμμένη Με Αίμα από το συγκεκριμένο βίντεο κλιπ του πρώτου τους δίσκου (το Μακρυά από την Γιορτή) κάπου εκεί 97-'98, όπου μιλούσαν για τους "ξεχασμένους ήρωες στη χώρα της μιζέριας, από τους λίγους που δε λύγισαν και νίκησαν το τέρας":


Τότε, βέβαια είχαν ξεκινήσει ως Low bap συγκρότημα με την Freestyle Production των Active Member, απ' όπου την κάναν γρήγορα καταγγέλλοντας ότι τα περισσότερα κομμάτια του πρώτου δίσκου τους τα έχει γράψει και επιμεληθεί ο B.D. Foxmoor-Μιχαλης Μυτακίδης (πιο γνωστός και ως "χοντρός") και ότι δεν είδαν ποτέ φράγκο από αυτά που έκαναν. Μετά έβγαλαν άλλους δυο πιο "αυτόνομους" δίσκους, που διατηρούσαν ένα επιθετικό στυλ ως προς το μουσικό κατεστημένο. Το φοβερό λοιπόν με αυτό το συγκρότημα είναι ότι έχει γράψει δυο τραγούδια που αναφέρονται στους μελλοντικούς τους εαυτούς (κάποιοι την κάναν επίσης στο ενδιάμεσο): "Στη τηλεόραση ένας βλάκας με έγχρωμη φωνή. Τα κονόμησες και μου γινες και συ πια βασιλιάς, ένας σοφός της μαλακίας της ζωής σου φαφλατάς. Το μικρόφωνο που έπιασες καλύτερα άφησε το, δε μπορώ να σε ακούω και σου λέω βούλωσε το".


και στο επόμενο μας περιγράφουν ακριβώς τι δουλειά θα κάνουν όταν μεγαλώσουν:

Το να ξεκινάς με underground στίχο και να καταλήγεις σε τηλεοπτικά show είναι γραμμένο στο dna της μουσικής σκηνής του hip hop. Αυτοί που θα το καταφέρουν θα δέχονται πάντα την κριτική ότι ξεπουλήθηκαν και πάντα θα απαντάνε ότι αντίθετα ανέβηκαν επίπεδο, παραμένουν αλήτες που βγάζουν λεφτά και γαμάνε για αυτό τους ζηλεύουμε. Οι Νέβμα πλέον ως "Νοητική Επανάσταση Βάσει Μουσικής Ασυλίας" δεν έχουν κανένα πρόβλημα να κοροϊδεύουν τον παλιό τους εαυτό και ταυτόχρονα όσους ταυτίζονται με αυτόν, απλά και μόνο παίζοντας τα παλιά τους τραγούδια. Πρόκληση για την πρόκληση (diss). Τσαμπουκάς στο τσαμπουκά (στα λόγια και στο στυλ, στις πράξεις σπάνια). Ένας βασικός κανόνας της hip hop κουλτούρας συναντά έναν βασικό κανόνα του θεάματος.

Οι νεβμα και ο Nivo αποτελούν απλά τον βασικό πυρήνα από ένα σύνολο ελλήνων rapers των '90ς που τότε το παίζαν αλητεία και τώρα μιλάνε για φράγγα, γκόμενες, χέρια ψηλά, πιείτε μιλκο, θετική ενέργεια της Amita και λοιπές δραστηριότητες της κοινοπραξιάς  "Family the label".
Το Θηρίο και ο Stavento ως Μέθυσος πριν πιάσουν κι αυτοί τα γκομενοπόστα τους στο mad και στα πρωινάδικα, είχαν ξεκινήσει από τους Βαβυλώνα, ένα low bap συγκρότημα θρύλο πλέον για την ελληνική hip-hop σκηνή που στην πραγματικότητα αποτελούσε μια πιο νεανική προέκταση των active member, που το έστησαν. Εποχές Αρσένη και μαθητικών '98, ενώ η υπόλοιπη κοινωνία ζούσε το γκλαμουράτο χρηματιστηριακό της όνειρο οι πρώτες παρέες πιστσιρικάδων rappers (ελλήνων ή και μεταναστάκια β γενιάς) κατέβαιναν στους δρόμους και η Βαβυλώνα κυκλοφορούσαν κομμάτια όπως τη Πολισμανία, το Παραφρων, τη Πουτανα Γκλαμουριά και τη Βλακειάδα 2004. Ο "χοντρός" τους παρείχε τους στίχους, τον χιπ-χοπ μύθο για τη Βαβυλώνα -την αμαρτωλή πόλη που γιορτάζει τη παρακμή της λίγο πριν καταρρεύσει και πυρποληθεί από τους σκλάβους της- και τους αντίστοιχους ρόλους, τους οποίους κάποιοι κατέληξαν να υποδυθούν με τραγικό τρόπο, όπως ο Πυροβάτης που πέθανε από ηρωίνη (με τον μύθο βέβαια να τον θέλει να πεθαίνει από φωτιά στο σπίτι του). Και το ίδιο το συγκρότημα επιβεβαίωσε πολύ γρήγορα τον μύθο του, με την παρακμή που ακολούθησε τη θρυλική άνοδο, αλλάζοντας συνεχώς σύνθεση με βάση την κόντρα του "χοντρού" πατερούλη και των παιδιών του που θέλανε να ανεξαρτητοποιηθούν και να το γυρίσουν προς έναν ενδιαφέρον για τότε συνδυασμό του ραπ με New metal και ηλεκτρικές κιθάρες, αλά rage against the machine.



Στον αντίποδα της low bap σκηνής που η μουσική εξέλιξη των rappers της εμποδιζόταν από τη μουσική φόρμα και τις διαθέσεις του μεγάλου πατερούλη και θεμελιωτή της, εκείνη την εποχή εμφανίζονται οι Ζωντανοί Νεκροί που φτιάχνουν κι αυτοί τον μύθο τους, λέγοντας πρώτοι και άμεσα αυτά που ήθελε να ακούσει η hip-hop πιτσιρικαρία της εποχής: Μέσω μιας ελληνικής αντιγραφή του αμερικάνικου battlle rap, ιστορίες για μπάφους ("είναι και κάποιοι άλλοι που δε πίνουν χόρτο για μένα δεν είσαι mc άμα δε πίνεις χόρτο και δε χορταίνεις ρίμες και δε μπορείς χωρίς αυτές"), πρέζες και τη "Σούζη", απενοχοποίησαν μια και καλή τη "ρίμα για το χρήμα", και άνοιξαν το δρόμο στην ελληνική  μουσική βιομηχανία για ανάλογες φθηνές απομιμήσεις του αμερικάνικου gangsta rap. Τον δρόμο στο να γίνει το Hip hop to no1 trend στις ηλικίες 10-18 είχαν ανοίξει νωρίτερα με τις αλληγορικές βλακειούλες που ράπαραν τα Ημισκούμπρια, συνεχίζοντας σε πιο mainstream εκδοχή τις εφηβικές μαλακίες που έγραφαν σε κασέτες ως Βρωμύλος (το blog θα προσπαθήσει να διατηρήσει ένα επίπεδο, εδώ δεν έχει λινκ όπως στη Σούζη, βάλτε τη λέξη μόνοι σας στο Youtube). Έχει πλάκα που στα ξεκινήματα της, πριν την εμπορευματικοποίηση και πριν αρχίσουν να βρίζονται, στην ελληνική hip hop σκηνή όλοι γνωρίζονταν (ως "radicals") και έφτιαχναν και κοινά τραγούδια. Δεν άντεξαν:


Και είναι πράγματι δύσκολο να αντέξεις. Η κουλτούρα του Hip-hop γεννήθηκε στους δρόμους που τριγυρνούσαν οι νέοι της εργατικής τάξης μετά από την κατάρρευση όλων των μεγάλων μύθων που (υποτίθεται ότι) τους συγκροτούσαν ως τάξη, μέσα στην καπιταλιστική παρακμή, μετά τους ταξικούς αγώνες του '60-'70. Μετά την ήττα των Μαύρων Πάνθηρων, μετά την έλευση της πρέζας στις γειτονιές τους,  μετά την αποβιομηχανοποίηση και την ανεργία της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης. Μετά την ενσωμάτωση των μεσοαστών χίππηδων, οι λευκοί νέοι της εργατικής τάξης έβγαλαν μέσω του punk μια επιθανάτια κραυγή που επιζητούσε μια επιστροφή στα βασικά της αλήτικης μουσικής του δρόμου κι από τότε οι νέοι της μαύρης εργατικής τάξης έχουν βαρεθεί να επιβεβαιώνουν τον κυρίαρχο μύθο της παντοδυναμίας του χρήματος απέναντι στις αυθεντικές δημιουργίες των από κάτω.

Ως η τελευταία μαζική προλεταριακή κουλτούρα του ύστερου (μετα-μοντέρνου) καπιταλισμού, το Hip-hop δεν μπορεί  παρά να συγκροτείται πάντα μέσω ενός πριν και ενός μετά, μέσω του μύθου της παλιάς νέγρικης σχολής (old skool) σε αντιπαράθεση με τα "πουστράκια" που μιμούνται τον τρόπο ζωής των λευκών. Πάνω στη "προδοσία", τον "ξεπεσμό" και την "παρακμή" που διαχωρίζει το "πριν" και το "μετά", ο αν μη τι άλλο έξυπνος και ταλαντούχος B.D. Foxmoor προσπάθησε να φτιάξει ένα σχετικά ανεξάρτητο από τις μεγάλες εταιρείες πολιτισμικό μαγαζάκι που να πουλά στην διψασμένη για Hip-hop εργατική νεολαία. Η κκεδιστικη νοοτροπία του επικαλείται τη συνέπεια λόγου και πράξης, αλλά μπάζει στη συμπεριφορά απέναντι στο κορυφαίο παράδειγμα όσων δεν άντεξαν να τραγουδούν στη σκιά του, τον x-ray που κατέληξε κι αυτός "(ποτέ δεν ήταν active member η) πουστάρα". Για να πάρει την πληρωμένη απάντηση από τον Νικήτα, μαζί με τον πρόσφατα αποφυλακισμένο Βέβηλο από την πρώτη Βαβυλώνα, πώς  "δεν ήμουν ποτέ active member η πουστάρα, δεν είχα ποτέ πρόβλημα να παίζω την κιθάρα, χρωστάω στο low bap αλλά δεν έχω λεφτά". Ο μύθος όμως των active member θα γραψει ότι πριν την αμοιβαία παρακμή, στην αρχή και την κορύφωση τους, τραγουδούσαν μαζί:





Και τι να λέει; Όλα τα παραπάνω τι αξία έχουν σήμερα, πέρα από μυθολογικές αναμνήσεις για μια νιότη, που η αυθεντικότητα της περισσότερο έχει να κάνει με το αίμα που βράζει καθώς κυλάει στις εφηβικές φλέβες; Δεν είναι "γήπεδο και ΚΝΕ κ αναρχία και σχολείο από όλα πέρασες νωρίς και τα παράτησες νωρίς -Γιατί μπορούσα και χωρίς"; όπως είπε κι ο (οπορτουνιστής, χιπστερ χωρίς ταυτότητα και χαμένος στην αναζήτηση μιας καταπιεσμένης νεανικής αυθεντικότητας) Νικήτας, πρώην x-ray; Όχι ακριβώς. Καταρχήν, κάποιοι παλιότεροι προχώρησαν πέρα από το "ψευτοδίλημμα" Low bap ή Family και εξελίχθησαν σε κάτι διαφορετικό χωρίς αναγκαστικά να χάνουν τη συνέπεια λόγων και πράξεων, όπως οι reggae πλέον Κακό Συναπάντημα (με παρελθόν στο Low bap και ως χτικιό, northical και Good for Nοthing), οι propaganda και οι red armada που προσέγγισαν το diy και τον αντιεξουσιαστικό/antifa χώρο. Υπάρχει, τέλος και ο Βέβηλος -που μάλωνε με τους αριστερούς πέρυσι στο Σύνταγμα, εκμεταλλευόμενος το 3λεπτο της ομιλίας για να τραγουδήσει ακαπέλλα το Polismania- ο οποίος πήρε και την πιο ξεκάθαρη θέση σε σχέση με το παρελθόν του, κράζοντας και τα "πουστράκια" και τον "χοντρό νταβά":

  

 Το hip-hop ως κουλτούρα με ρίζες στους μαύρους σκλάβους που κατάντησαν παρηκμασμένοι πολίτες, δηλαδή κάτοχοι εμπορευμάτων, έχει τη δύναμη να αναγεννιέται πάντα από τις στάχτες του και να εξαπλώνεται στη σύγχρονη νεανική αλητεία, βάζοντας πάντα στο επίκεντρο την υπόσχεση της επιστροφής στη μάμα-Αφρική, την πατρίδα γη αν προτιμάτε των ξένοιαστων παιδικών μας χρόνων. Μέχρι λοιπόν να κάψουμε την πουτάνα-Βαβυλώνα των καπιταλιστικών σχέσεων που σισύφεια αναπαραγαγουμε, το hip hop θα εκφράζει διαλεκτικά τόσο τη μαλακία της επιστροφής σε μια φαντασιακή εθνοτική-τοπικιστική-σεξιστική πολιτισμική κοινή ταυτότητα, όσο και την αντίσταση στην (μικρο)αστική παρακμή των δυτικών που παίρνει όλο και περισσότερο τη μορφή του σύγχρονου φασισμού, των απόγονων των δουλοπάροικων, που χώρισαν την ιστορία της κοινότητας μας σε πριν και μετά.


Υ.Γ. Ή αν ψάχνετε σοβαρές αναλύσεις για τον φασισμό και τη μιζέρια που μας περιτριγυρίζει πρέπει να κοιτάξετε πίσω στην Ελλάδα προ κρίσης, τις δεκαετίες του '90 και του '00. Τίποτα δεν προήλθε από παρθενογέννηση, όπως και οι αντιστάσεις μας. Don't panic, όλα είναι δρόμος

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Χτίζοντας παλάτια στην άμμο και κοιτώντας την ήλιο

Σκεφτόμουνα να γράψω για την ήττα της απεργίας στη χαλυβουργία, την ευθύνη του ΠΑΜΕ και διάφορα άλλα κριτικά για την "ηρωική εργατική τάξη" που έχω στο μυαλό μου, παρόμοια με αυτά που όταν τα είχα γράψει πριν από 10 μήνες είχα ακούσει (πάντα στα μπαρ/καφενεία, τίποτα στη δημόσια σφαίρα) διάφορα εξ' αμάξης από συντρόφους που τα θεωρούσαν διασπαστικά για διάφορα που τρέχουν στο "ταξικό κίνημα".

Δε θα το κάνω με ντάλα ήλιο στη καλοκαιρινή μοναξιά της μητρόπολης. Η σεζόν αυτή ήταν αντικειμενικά πολύ δύσκολη και μερικές φορές ίσως είναι καλύτερα να σιωπούμε ατομικά (και δη μπλογκεριστικα), να ρίχνουμε λίγο τον πήχη στον οποίο έχουμε τοποθετήσει την αποψάρα μας και να κοιτάμε συλλογικά πώς θα σπάσουμε τη σιωπή και αμηχανία για της ήττες που τρώμε και πώς θα κυκλοφορήσουμε τις μικρές μας νίκες, που ούτε λίγες είναι, ούτε ασήμαντες.

Η πιο σοβαρή ήττα που βιώνουμε μετά την αντιεξέγερση που ακολούθησε τον Δεκέμβρη και έφτασε σε επίπεδα ρεκορ τη φετινή σεζόν είναι στη ψυχολογία μας. Έχοντας βαρεθεί να περιμένουμε τον "εργατικό Δεκέμβρη", αυτό το "κάτι να γίνει" που με ένα μαγικό τρόπο θα μας οδηγήσει στην ανατροπή του υπάρχοντος, φέτος αρχίσαμε να συνηθίζουμε τις αυξανόμενες αποχωρήσεις φίλων στο εξωτερικό, την κατάθλιψη που ακολουθεί την άδεια τσέπη, τις αυτοκτονίες από εδώ κι από εκεί, το τρομακτικό έδαφος που κερδίζουν οι φασίστες πατώντας πάνω στη μικροαστική έρημο. Πολλοί αναζητούμε καταφύγιο στα άστρα, στις προφητείες που μας μετέδωσαν τα βιβλία των αριστερών γονιών για "τη γη που έτσι κι αλλιώς θα γίνει κόκκινη", στη φετιχοποίηση οτιδήποτε αγωνιστικού θα επιβεβαιώσει την ιδεολογική μας καθαρότητα.

Το πιο ψυχοφθόρο είναι ο κοινωνικός κανιβαλισμός στις σχέσεις μας. Τσακωμοί κι εντάσεις για ασήμαντες λεπτομέρειες, αφού δε μπορούμε να χτυπήσουμε τους από πάνω, τουλάχιστο να χτυπήσουμε τον άνθρωπο δίπλα μας, που πιο πριν βολευόμασταν με τη παρουσία του, αφού ο καθένας έκανε τη φασάρα του, τώρα το ένα μας βρωμάει, το άλλο μας ξινίζει. Το πρόβλημα σίγουρα ξεκινάει από το εσωτερικό περιβάλλον μας, μόνο που ως τώρα κυριαρχεί η άποψη ότι για όλα τα στραβά του κόσμου φταίει πάντα ο "άλλος", ο γείτονας. Οι άδειες τσέπες απλά εκτινάσσουν το βασικό πρόβλημα που έχει σχέση με τη κενότητα της ζωής μας, σε ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων που έχει βάλει στο κέντρο του το φαίνεσθαι, τη μετεξέλιξη του έχειν. Μπορεί να μην έχουμε λεφτά, αλλά πρέπει να κρατήσουμε σφιχτά τους ρόλους μας, είναι το τελευταίο μας καταφύγιο στο Beverly Hills που μάθαμε ως μοναδικό κοινωνικό περιβάλλον.

Μέσα σε αυτή τη σαπίλα αντέχουν οι φωνές μέσα μας που θα κρατήσουν άμυνα μέχρι να ξαναρχίσουμε τα ντου; Δε θέλω να φύγω στο εξωτερικό. Προτιμώ να δουλέψω για 630 ευρώ για κανά 5μηνο στα προγράμματα ενοικιαζόμενης, κοινωφελής εργασίας των δημων, ΜΚΟ και ΓΣΕΕ (ναι τα κατάφερα, θα ξαναμπώ για λίγο στη μειοψηφία που εργάζεται!) και μετά βλέπουμε, παρά να έχω αυταπάτες φυγής. Μου αρέσει ο ήλιος, η θάλασσα, τα ανέμελα ξενύχτια και τα άπειρα χαμόγελα των φίλων, συντρόφων μου σε αυτή τη βραχονησίδα του πλανήτη. Γι' αυτά θέλω να αγωνιστώ, όπως και η μόνη πατρίδα για την οποία θέλω να πολεμήσω είναι για τα παιδικά καλοκαιρινά απογεύματα/βράδια που ματώναμε τα γόνατα μας στη γειτονιά. Το πρόβλημα είναι σύνθετο, η λύση ίσως να είναι λίγο πιο απλή. Άκου τις μελωδίες όταν σωπαίνει ο θόρυβος στη μητρόπολη, κοίτα τον ήλιο, νιώσε τον/την δίπλα σου και σταμάτα να πιστεύεις ότι τα παλάτια που χτίζεις στην άμμο θα διαρκέσουν για πάντα.

Υπάρχουν τα σύγχρονα ρεμπέτικα που τα λένε όπως πάντα καλύτερα.
Καλό καλοκαίρι.


Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Βέβαια οι αγώνες για μισθό έχουν πάντα κάποια επαναστατικά όρια



Ας ελπίσουμε ότι θα ενημερώσει κάποιος ισπανός σύντροφος τον αγανακτισμένο ανθρακωρύχο ότι με αυτά που λέει στρέφει την ταξική οργή ενάντια στο πολιτικό προσωπικό του συστήματος κι όχι στα αφεντικά, σπέρνοντας μικροαστική σύγχυση στο εσωτερικό της τάξης μας και στρώνοντας το έδαφος για την άνοδο της ισπανικής χρυσής αυγής στις επόμενες εκλογές...

Που θα πάει, κάποια στιγμή στο μακρινό μέλλον θα φτιαχτεί Το αυθεντικό ισπανικό προλεταριακό κόμμα, θα τους κάνει κάποια ένεση επαναστατικής συνείδησης και θα ξεπεράσουν τα συνδικαλιστικά, οικονομικά όρια του αγώνα τους.

άλλο ένα περιγραφικό βιντεάκι του στενά οικονομικού αγώνα εδώ

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Sometimes antisocial...

Ο αντικοινωνικός μηδενισμός νομίζω είναι μια υγιής αντανακλαστική αντίδραση στη εκαφασιζουσα συνθήκη που ζούμε μετά το ξεφούσκωμα και των αριστερών (σοσιαλ)δημοκρατικών αυταπατών που έπαιξαν για να ξαναπέσει στη κατάθλιψη το αγανακτισμένο πλήθος.

Εγώ π.χ. πιάνω τον εαυτό μου να θέλει να επιταχυνθεί η διαδικασία εξόντωσης των συνταξιούχων που ψήφισαν μνημόνιο από τη νέα μνημονιακή κυβέρνηση, όντας στο κοινωνικό στρατόπεδο της 50% νεολαιίστικης ανεργίας, το οποίο το χωρίζει μια κάθετη τομή με τους άνω των 55-65 που στην ερώτηση του συστήματος "θέλετε να σας εξοντώσουμε άμεσα, ή να σας σκοτώνουμε λίγο-λίγο και μετά βλέπουμε" επέλεξαν το δεύτερο. Μετά βέβαια σκέφτομαι ότι έτσι θα εξοντωθεί και η σύνταξη του πατέρα μου, με τη βοήθεια της οποίας επιβιώνω, περιμένοντας να συμπληρώσω 28 μήνες ανεργίας, οπότε και ίσως αυξηθούν οι μοριοδοτικές πιθανότητες μου να με πάρουν σε κανά πρόγραμμα του ΟΑΕΔ για 400-600 ευρώ για κανά 4μηνο-8μηνο. Ωραία η τιγκα προλεταριοποίηση θεωρητικά για εμάς τους κομμουνιστές, αλλά πρακτικά είναι ολίγον τι μαλακία να μην τι βγάζεις. Αμέσως μετά σκέφτομαι ότι ευτυχώς που υπάρχει και η αγροτική παραγωγή του παππού, που μαζί με 3-4 συλλογικές κουζίνες την εβδομάδα, αντιμετωπίζει το παράλληλο με την αφραγκία ζήτημα της πείνας. Αλλά όχι και να γυρίσω εκεί πίσω και να πρέπει να συγχρωτίζομαι κοινωνικά με όλη αυτή τη μικροαστική σιχαμάρα της επαρχίας. Ήδη δεν την πολυπαλεύω με τη μαλακία που κυκλοφορεί στη μητρόπολη, φαντάσου εκεί πέρα. Μπρρρρρ σύγκρυο, πυρετός, ΕΑΜ-ελας-πυρήνες της φωτιάς και εντατική ανάγνωση Serajevo. Δεν παίζει... Οπότε ξαναγυρίζουμε στον αντικοινωνικό μηδενισμό από τον οποίο ξεκίνησε η σκέψη για τα τεκταινόμενα.

Με αυτά και με αυτά, μετά από τις αντανακλαστικές καφρίλες, ξεκινάει σιγα-σιγα και η συνειδητοποίηση της σκατίλας πού πρέπει να αντιπαλέψουμε και αρχίζει η πιο ψύχραιμη ανάλυση. Σιγά την μεγάλη έκπληξη ότι ο μικροαστισμός και η μικροαστικοποίηση της εργατικής τάξης γεννάνε φασισμό. Τόσα χρόνια τα τρώγαμε στη μάπα και γι' αυτό προσπαθούσαμε να αποφύγουμε στα γκετο μας το συγχρωτισμό με αυτό το στρατόπεδο. Η ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας πρέπει να γίνεται με εμφυλιοπολεμικούς και αντιφασιστικούς όρους, όπως πάντα, ειδικά σε μια περιοχή των βαλκανίων που έχει κοκκινέψει αρκετά από αίμα. Δεν είναι και τόσο ανίσχυρο το δικό μας στρατόπεδο. Έχει κοινωνική πρόσβαση, ελέγχει γειτονιές, έχει τσαμπουκά, έχει ταξική μνήμη. Υπάρχει κι ένα πολύ μεγάλο κοινωνικό κομμάτι της αποχής, το οποίο θεωρώ ότι βρίσκεται πιο κοντά στη δικιά μας επιρροή, παρά στους φασίστες. Μαζί με τους μετανάστες τους έχουμε, με ποσοτικούς όρους. Αυτοί βέβαια έχουν τα όπλα και τα ΜΜΕ. Θα είναι σκληρή η αναμέτρηση δε λέω, αλλά δε νομίζω ότι θα είναι τόσο εύκολο για αυτούς να μας καθαρίσουν με μια κίνηση ΜΑΤ.

Το να περάσουμε επίσης από τη θεωρία στην πράξη, επίσης θέλει το κινηματικό χρόνο του. Και όπως λένε μέσες-άκρες κι όλοι οι εργαζόμενοι φίλοι μου που δεν την πολυπαλεύουν επίσης, please όχι τώρα το καλοκαιράκι, στην ακρογυαλιά κτλ., να ξελαμπικάρουμε και θα συνεχίσουμε τον ταξικό πόλεμο από Σεπτέμβρη. Οκ δεκτό. Όσο υπάρχουν έστω λίγα ευρώ, θάλασσα, σκια, φακορυζο και ρακι κάτω από τα άστρα και βλέπουμε.

Το 1958 βέβαια το ταξίδι στα ξερονήσια των παππούδων μας δεν το έλεγαν ακριβώς διακοπές.




Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Media workers strike back

για αυτά που λέει η αφίσα βλέπε εδώ
Πριν από 2-3 χρόνια θα ακουγόταν σαν ανέκδοτο στη συνδικαλιστική νηνεμία του κλάδου των Media: Πρόταση για απεργία διαρκείας της ΕΣΗΕΑ μετά από έκτακτη γενική συνέλευση 1200 μελών της, ενώ οι εργαζόμενοι του Άλτερ και της Ελευθεροτυπίας βρίσκονται εδώ και μήνες σε κινητοποιήσεις διαρκείας, με τους πρώτους να μεταδίδουν απεργιακά μηνύματα μέσω του τηλεοπτικού σήματος του σταθμού και τους δεύτερους να εκδίδουν απεργιακά φύλλα.

Κι όμως δεν είναι ανέκδοτο, αλλά η σκληρή πραγματικότητα που, εν έτει 2012, επιβάλλει η σφαγή που έχουν εξαπολύσει τα αφεντικά στους μισθούς των εργαζομένων και τις συλλογικές τους συμβάσεις. Μια πραγματικότητα αντιφατική, κατά βάση απογοητευτική σε σχέση με τις αντιστάσεις που ορθώνονται απέναντι στο γιουρούσι των αφεντικών, αλλά σίγουρα ελπιδοφόρα και χρήσιμη αν μελετηθεί χωρίς τα πατομπούκαλα της ιδεολογίας. Αν δηλαδή οι εργαζόμενοι των media αναγνωριστούν ως αυτό που είναι, μέσα από αυτό που κάνουν. Δηλαδή, αν αναγνωριστούν ως εργαζόμενοι σε μαζικούς χώρους του τριτογενή τομέα, με υψηλό βαθμό παραγωγικής (άρα και απεργιακής) δύναμης, αναντίστοιχης με το επίπεδο της ταξικής τους συνείδησης, ή καλύτερα της εμπειρίας τους από συλλογικούς αγώνες που πάνε κόντρα στο κυρίαρχο ατομικιστικό μοντέλο εργαζόμενου και στις συντεχνιακές λογικές των εργατοπατέρων. Άρα τόσο οι αντιφάσεις όσο και τα συμπεράσματα των απεργιακών αγώνων στα media αποκτούν αξία χρήσης για το σύνολο των αγώνων της σύγχρονης εργατικής τάξης.

Πρώτο και βασικό συμπέρασμα: Καμιά, μα καμιά εμπιστοσύνη στους εργατοπατέρες. Αριστερούς, δεξιούς, μνημονιακούς, αντιμνημονιακούς κι ότι άλλο δηλώσουν. Δεν πρόκειται για αριστεριστική ηθικολογία, αλλά για μια πολύ ρεαλιστική αποτίμηση του ρόλου τους σε σχέση με τις επιτακτικές ανάγκες του εξελισσόμενου ταξικού πολέμου. Μπορεί να αναγκάζονται να περνούν σε θέση αγωνιστικής άμυνας απέναντι στην επίθεση των αφεντικών που πλήττει και το διαμεσολαβητικό τους ρόλο, αλλά η πρώτη και κύρια φροντίδα τους παραμένει η διαφύλαξη αυτής της διαμεσολαβητικής ιδιότητας. Και μη ξεχνάμε: Οι εργατοπατέρες ως πράκτορες των κομμάτων στο εσωτερικό της τάξης μας έχουν τις κατάλληλες γνωριμίες και περιβάλλοντα ώστε να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και να μη πεινάσουν ποτέ…

Τη μαζική διάθεση της βάσης των μελών της ΕΣΗΕΑ για απεργία διαρκείας, οι αριστεροί (ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΜΕ) εργατοπατέρες φρόντισαν να τη σπρώξουν στις αγαπημένες τους εκλογικές διαδικασίες, σύμφωνα πάντα με το καταστατικό της συντεχνιακής τους δομής. Στην ψηφοφορία που ακολούθησε τη μαζική γενική συνέλευση η απεργιακή πρόταση διασπάστηκε στα δυο: Οι εργατοπατέρες του ΣΥΡΙΖΑ στήριξαν μια άνευρη από άποψη απεργιακού περιεχομένου και προοπτικής πρόταση, ενώ οι εργατοπατέρες του ΠΑΜΕ πλειοδότησαν σε ένα ριζοσπαστικό αλλά εντέλει διασπαστικό πλαίσιο αγώνα. Έτσι, η απεργιακή πλειοψηφία μειοψήφησε σε σχέση με την απεργοσπαστική πρόταση που ανέλαβαν να εκφράσουν οι συνεχιστές του πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ στους εργασιακούς χώρους, δηλαδή οι «συνετοί» και «ρεαλιστές» συνδικαλιστές της ΔΗΜΑΡ, που επιζητούν διάλογο με τα αφεντικά τους και όχι απεργίες, κατακτώντας επάξια τη ταμπέλα του «αλήτες, ρουφιάνοι, εργοδοτικοί».

Κάπως έτσι, η κεντρική απεργιακή μάχη που θα μπορούσε να ορθώσει ένα ανάχωμα στη προώθηση των ατομικών, επιχειρησιακών συμβάσεων, στις περικοπές μισθών, στην εκ περιτροπής εργασία, στις πτωχεύσεις μέσω του άρθρου 99 και τις μαζικές απολύσεις, δε δόθηκε ποτέ και τα αφεντικά συνέχισαν απρόσκοπτα το γιουρούσι τους πάνω στην αξία της εργατικής δύναμης. Αυτό που μένει είναι μικρά οχυρά αντίστασης γύρω από το τελευταίο αυτονόητο για κάθε εργαζόμενο αυτού του πλανήτη. Να πληρώνεται όταν έχει δουλέψει. Με αυτή την έννοια, οι απεργίες και οι επισχέσεις εργασίας στο «Άλτερ», στην «Ελευθεροτυπία», στον «Κόσμο του Επενδυτή» κ.α. δεν έχουν και πολλά ηρωικά χαρακτηριστικά να επιδείξουν. Μάλιστα αντιμετωπίζουν αρκετά εσωτερικά προβλήματα συσπείρωσης και περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό στις δικαστικές πτυχές του αγώνα για τα δεδουλευμένα, χωρίς να συντονίζουν τις απεργιακές τους μάχες μαζί μ’ αυτές άλλων κλάδων (Χαλυβουργία, Λουκίσσα, 3Ε Εκτυπωτική κ.α.) σ’ ένα συνολικότερο απεργιακό μέτωπο (και η «παναττική απεργία» του ΠΑΜΕ στις 19 Γενάρη φρόντισε να «κάψει» κάθε τέτοια προοπτική που θα μπορούσε να γεννηθεί μέσα από την από τα κάτω επικοινωνία των απεργών). Όμως, έστω κι έτσι, κάποιοι νεόπτωχοι εργαζόμενοι συναντιούνται κάθε μέρα, περιφρουρούν τις απεργίες τους, αναγνωρίζουν εχθρούς και φίλους και μέσα από τις κοινότητες αγώνα που φτιάχνουν συνειδητοποιούν τη ταξική τους δύναμη.

Το πιο ενδιαφέρον για τον ταξικό ανταγωνισμό χαρακτηριστικό αυτών των αγώνων είναι η προσπάθεια εκφοράς απεργιακού λόγου μέσα από τα Μέσα που τα έχουμε συνηθίσει υπό τον έλεγχο των αφεντικών. Πολλές γιαγιάδες σε απομακρυσμένα χωριά της Ελλάδας πληροφορήθηκαν για τους δεκάδες εργατικούς αγώνες στα media κι όχι μόνο, μέσα από την κατάληψη στη ροή προγράμματος του τηλεοπτικού σήματος του «Αλτερ», στην οποία είχαν προχωρήσει οι εργαζόμενοι του σταθμού μέχρι πρόσφατα. Το κράτος, αναγνωρίζοντας την επικινδυνότητα αυτής της πρακτικής, έριξε τελείως το σήμα του σταθμού. Οι εργαζόμενοι της «Ελευθεροτυπίας», από τη μεριά τους, προχώρησαν στην έκδοση δυο απεργιακών φύλλων που εξαντλήθηκαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, παρά τις προσπάθειες της Μάνιας Τεγοπούλου να τα σαμποτάρει.

Τέτοιες προσπάθειες εργατικής αντιπληροφόρησης είναι πολύ σημαντικές για μια σειρά από λόγους: Αποδεικνύουν στην πράξη τον έλεγχο των εργατών επί της παραγωγικής διαδικασίας (το «χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά»), καθώς και τον έλεγχο των αφεντικών επί του παραγόμενου προϊόντος. Ταυτόχρονα αποτελούν γέφυρες αλληλεγγύης με την υπόλοιπη κοινωνία που βλέπει στους απεργούς των media άλλο ένα πληττόμενο και μαχόμενο κομμάτι, κι όχι ένα «βολεμένο» κλάδο που αναμεταδίδει την άποψη των αφεντικών.

Η παραγωγική όμως θέση των εργαζόμενων στα ΜΜΕ – οι οποίοι είναι διαχωρισμένοι από την κοινωνία και πολυδιασπασμένοι στο εσωτερικό του κλάδου τους – δημιουργεί αντιφάσεις που αντικατοπτρίζονται στο περιεχόμενο αυτών των μέσων απεργιακής αντιπληροφόρησης. Αν και τα φύλλα αυτά ονομάζονται απεργιακά και τυπικά εκδίδονται υπό εργατικό έλεγχο, ωστόσο το περιεχόμενό τους εξακολουθεί να είναι σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο ενός εντύπου που απευθύνεται σε ένα ευρύ αγοραστικό κοινό, και όχι τόσο μιας εφημερίδας αντιπληροφόρησης που εκδίδεται από αγωνιζόμενους απεργούς. Αναπαράγεται λοιπόν ακέραια η (αστική) ιδεολογία περί «δημοσιογραφικού λειτουργήματος», μαζί με όλους τους συνακόλουθους διαχωρισμούς πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, δημοσιογράφων – τεχνικών, αλλά και δημοσιογράφων – κοινωνίας.

Συνοψίζοντας, η απεργία διαρκείας δεν έγινε, οι απεργίες διαρκείας είναι όμως παρούσες και συνεχίζουν να υπενθυμίζουν στα αφεντικά την αντικειμενική δυσκολία του εγχειρήματος «να τους τα πάρουμε όλα». Αυτοί οι αντιφατικοί αγώνες αποτελούν το πεδίο διαμόρφωσης και ριζοσπαστικοποίησης αυτού που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «ταξική συνείδηση». Ένας τέτοιος αγώνας διεξάγεται υπόγεια και από μειοψηφικά κομμάτια του υποτιμημένου προλεταριάτου των ενημερωτικών sites, του «μέλλοντος της δημοσιογραφίας». Ενός νεανικού προλεταριάτου που δεν θα είχε δικαίωμα συμμετοχής σε μια απεργία διαρκείας και εκ θέσεως δεν μπορεί να υπερασπιστεί τις συλλογικές συμβάσεις των σωματείων στα ΜΜΕ, αφού στην συντριπτική πλειοψηφία του δουλεύει «μαύρα» ή με «μπλοκάκι». Αυτό το κομμάτι (εκφραζόμενο μέσα από την κινηματική δραστηριοποίηση της «συνέλευσης έμμισθων, άμισθων, «μπλοκάκηδων», «μαύρων», ανέργων και φοιτητών στα ΜΜΕ», βλ. και katalipsiesiea.blogspot.com) πέτυχε πρόσφατα μια μικρή αλλά σημαντική νίκη: Απέσπασε δικαστική απόφαση, σύμφωνα με την οποία οι πληροφοριακοί εργάτες των sites δικαιούνται σύμβασης συντακτών. Δείχνοντας έτσι ότι απέναντι στον ολομέτωπο βομβαρδισμό των αφεντικών που έχει ως στόχο τη «κινεζοποίηση» της τάξης μας, όχι μόνο δεν έχουμε πει την τελευταία μας λέξη, αλλά, αντίθετα, τώρα αρθρώνουμε  τις πρώτες μας απεργιακές φράσεις.

πολυεργαλείο
Απρίλιος 2012

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Jusqu a ici tout va bien (θεωρητικά πάντα)


"Ελεύθεροι εσωτερικοί «εαυτοί» στέκουν ανήμποροι να αλλάξουν οτιδήποτε μέσα τους ή γύρω τους, την ώρα που οι περιβάλλοντες κόσμοι επιβάλλονται σαν μοίρα, με κανόνες αναπόδραστους, τους οποίους τηρούν υποχρεωτικά, εκόντες άκοντες, συνειδητά ή ασυνείδητα, οι ως ανωτέρω ελεύθεροι «εαυτοί»."

Υπάρχει στο κείμενο αυτό του περιοδικού Λεύγα και στην όλη ανάλυση του συγγραφέα ένας σχεδόν απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού/περιβάλλοντος κόσμου, ατομικού και συλλογικού, σαν δυο διαχωρισμένες σφαίρες που κινούνται ανεξάρτητα. Ο μεν εσωτερικός, ατομικός κόσμος ήταν σταθερά και ατάραχα μεταμοντέρνος και μικροαστός και τέτοιος παραμένει και τα τελευταία δυο χρόνια, που για έναν "περίεργο" λόγο (κατάρα από τον ουρανό;) ο εξωτερικός κόσμος καταρρέει, γαμιέται και αναδιαρθρώνεται το καπιταλιστικό σύμπαν.

Η εικόνα που διαμορφώνει λοιπόν ο συγγραφέας από τον κοινωνικό χαμό των τελευταίων δυο χρόνων είναι ότι τίποτα δεν κινείται ουσιαστικά, παρά μόνο αλλάζουν οι αντανακλάσεις στον κόσμο των (μικροαστικών) ιδεών, που ευτυχώς κάποιοι παρατηρητικοί απόγονοι της διανοητικής απαισιοδοξίας της Σχολής της Φρανκφούρτης μπορούν να τις φωτίσουν μπας και ξυπνήσει κανείς στο μακρινό μέλλον, που κάποια μέρα θε να ρθει. Παραθέτει συγκρούσεις, παρατεταμένες κινητοποιήσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, απογοητεύσεις και προοπτικές, ενδοκινηματικές διενέξεις, αίμα, βια και φωτιά για να καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά είναι ένα τίποτα γιατί δεν υπάρχει η κατάλληλη πολιτική ιδεολογία.

Στα συγκρουσιακά γεγονότα που αναφέρει, εγώ από την εντελώς άλλη μπάντα βλέπω και αρκετά έντονα βιώματα, από αυτά που αλλάζουν πορεία ζωής (π.χ. 15/6/11 είσαι 19 χρονών χιππισα που πιστεύεις ότι αν σταθείς στην πλατεία Συνταγματος μπροστά σε μια διμοιρία θα την σταματήσεις με τη δύναμη του Γκάντι και τελικά τρως γκλομπιες και ψέκασμα στη μούρη από χρυσαυγίτες με στολή) και αρκετές μεζούρες αντιφασιστικής ιστορικής μνήμης (μα πώς γίνεται μετά από τόσα χρόνια μεταπολίτευσης και μεταμοντερνισμού και τελικά να χωριζόμαστε πάλι σε φασίστες και κομμούνια) και μια γενική αντίληψη της ιστορίας (π.χ. ο διεθνισμός των πλατειών, α ξέχασα το occupy είναι καλό και προλεταριακό, όπως και η αραβική άνοιξη, μόνο ότι γίνεται εδώ είναι εκ προοιμίου μικροαστικό, για βιολογικούς λόγους να φανταστώ, κάτι έχει το DNA ημών των Ελλήνων και βγαίνουμε όλοι μικροαστοί;) και πάμπολλες στάλες θάρρους, από αυτές που όταν ενώνονται καταλήγουν σε ορμητικούς χείμαρρους που καίνε 2-3 φορές το κέντρο μιας βαλκανικής μητρόπολης.

Με το εν λόγω κείμενο συμφωνώ σε ένα βασικό πράγμα: Στο φετιχοποιημένο και εκτονωτικό χαρακτήρα των "γενικών απεργιών" και των κεντρικών ραντεβού. Κάτι που συνειδητοποιεί στην πράξη και το εξεγερμένο πλήθος που σαμποτάρει τα πανηγυράκια της ΓΣΕΕ και σκάει με έναν αυθόρμητο συντονισμό που θα τον ζήλευε ο Λένιν πέρα από τις ορίζουσες αυτών. Γιατί στις πλατείες πέρυσι αυτό έγινε, ο κόσμος δεν έμεινε μια-δυο ώρες, μια δυο μέρες αλλά πολλές μέρες. Και στις 12 Φλεβάρη πάλι αυτό έγινε, μετά από δυο μέρες πλειοψηφικής απαξίωσης της "γενικής απεργίας". Και στις δομές στις γειτονιές, στις αρνήσεις πληρωμών, στον συνδικαλισμό βάσης αυτό αναπτύσσεται κάθε μέρα, σε κοινότητες αγώνα αρκετές από τις οποίες προήλθαν από τους "μικροαστούς" της πλατείας.

Όμως πέρα από τις "μικροαστικές" πλατείες κάτι κινείται τα τελευταία 2 χρόνια και στους εργασιακούς χώρους. Εγώ πιστεύω ότι πάντα κάτι κινιόταν, πιο αόρατα και μειοψηφικά σε σχέση με την πλειοψηφική μικροαστικοποιήση της εργατικής τάξης, αλλά γενικώς ούτε καλά περνούσαμε προ κρίσης με τα 700 ευρώ, ούτε στεκόμασταν όλοι σούζα και παναγίες μπροστά στο αφεντικό. Ας αφήσουμε όμως τα δικά μου ιδεολογικά σχήματα. Τα τελευταία δυο χρόνια ο συγγραφέας της Λεύγας προφανώς βλέπει να κινείται το στρατόπεδο των αφεντικών καταπάνω στις ζωές μας. Στο δικό μας στρατόπεδο, το εργατικό το μόνο που διακρίνει είναι μια μοιρολατρική αποδοχή του αυτονοήτου της επίθεσης των αφεντικών. Χαλυβδουργίες, phone marketing, πιτσαρίες, ΜΜΕ, cocacoles3Ε, απολυμένες σερβιτόρες και τσαμπουκαλεμένοι επισφαλείς τι πάθαν (σε όλα αυτά τα ενδεικτικά) εκεί οι εργάτες και δεν κλαίνε τη μοίρα τους (όπως θα ήθελε γενικώς το Κόμμα), μερικές φορές μάλιστα καταφέρνουν και νικάνε κόντρα στο καπιταλιστικό πεπρωμένο; Είναι απλά αγωνιστικές μειοψηφίες, παντελώς άσχετες με ότι κινείται στους δρόμους, τις πλατείες και τα social networks, που κάποια στιγμή στο μακρινό μέλλον θα φτιάξουν το σωστό ΚΚ;

Ο συγγραφέας γνωρίζει, γιατί κατά τ' άλλα είναι παρατηρητικός και ξύπνιος σύντροφος, ότι δυο τινά συμβαίνουν: Ή στραβά είναι ο γυαλός (όπως υποστηρίζει) ή στραβά αρμενίζει η σκέψη του, που έχει διαχωριστεί πλήρως από τα τεκταινόμενα στον περιβάλλοντα χώρο, μετατρεπόμενη σε ένα συνεκτικό σύνολο από γερές δόσεις προκαταλήψεων, που εγώ ονομάζω ιδεολογία.

Και για να μη παρεξηγηθούμε (ερώτηση: "εσύ πολυεργαλείο δεν έχεις ιδεολογίες;"), για μένα οι κάθε είδους ιδεολογίες είναι ένα αναγκαίο κακό μέσα στο οποίο είμαστε όλοι χωμένοι από τη στιγμή που ζούμε μέσα στο φετιχοποιημένο καπιταλιστικό σύμπαν που τις παράγει. Αναζητώ οπότε το ξεπέρασμα τους κι όχι την κατάλληλη φωτεινή μορφή που θα μου δείξει τον ορθό δρόμο προς την αταξική κοινωνία και τον κομμουνισμό. Ευτυχώς η ιδεολογία που εκφράζει το κείμενο της Λεύγας νομίζω ότι ξεπερνιέται από την ίδια την πραγματικότητα. Είναι σαν τη γραμμή του ΚΚΕ, του πολιτικού φορέα που εκφράζει στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό αυτή την ιδεολογία. Όσο πιο πολύ τις γυρίζει τις πλάτες η κοινωνική πραγματικότητα, τόσο πιο στιβαρή και "σας τα έλεγα" γίνεται. Μέχρι τη στιγμή της σύγκρουσης ιδεολογίας και πραγματικότητας, που ακολουθεί την πτώση στο κενό που διανύουμε, οπότε αναγκαστικά ότι και να λένε τα σχήματα μας εμείς πολεμάμε μαζί με πραγματικούς εχθρούς σε πραγματικά (εμφυλιοπολεμικά) στρατόπεδα.

Και κάτι μου λέει ότι πλησιάζει αυτή η στιγμή της απότομης πρόσκρουσης και τελειώνει η εποχή που μπορούσαμε να λέμε στις αναλύσεις μας "jusqu a ici tout va bien".


Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Ας (μη) σοβαρευτούμε λοιπόν

Μεταστροφή λέξεων από συντρόφισσα των occupy στις ΗΠΑ

Εποχές λαϊκομετωπικών σοσιαλδημοκρατικών αυταπατών και φασιστικής ανόδου, θυμήθηκα τη ζωή κάποιων προγόνων μας κομμουνίστριων και κομμουνιστών σε παρόμοιες ιστορικές συνθήκες. Σε αυτό το βιβλίο λοιπόν περιγράφεται η ζωή εξόριστων μελών του ΚΚΕ τη περίοδο λίγο πριν τη δικτατορία του Μεταξά. Εξόριστοι/ες εργάτες από τον Βενιζέλο (τον Ελευθέριο ντε) στα νησιά που εμείς έχουμε συνηθίσει να χιπποδιακοπεύουμε, είχαν φτιάξει συνεργατικές κολλεκτίβες, συλλογικές κουζίνες και δομές αυτομόρφωσης για να καταφέρουν να επιβιώσουν στην απομόνωση που τους είχε επιβληθεί.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια του συγκεκριμένου βιβλίου είναι η τοποθέτηση των εξορίστων για το ρόλο της γυναίκας και τα σεξουαλικά ζητήματα της εποχής. Σε γενικές γραμμές: Οι εξόριστοι έπρεπε να είναι τύπος και υπογραμμός, υπόδειγμα στρατευμένου αγωνιστή (ειδικότερα απέναντι στις ντόπιες κοινωνίες των ξερονησιών με τις οποίες επιζητούσαν τη συνεργασία), οπότε δεν πηδιόντουσαν. Στον αυστηρό αυτό κανόνα αυτοπειθαρχούσε το σύνολο των μελών των κοινοτήτων των εξόριστων. Όταν μάλιστα σε ένα ξερονησί ένας νεαρός εργάτης "αμάρτησε" με μια ντόπια ζωντοχήρα που τον γλυκοκοίταζε, συγκαλέστηκε άμεσα "λαϊκό δικαστήριο" στη κολλεκτίβα κι ο νεαρός ζήτησε συγγνώμη για την παραβίαση του κανόνα, δηλώνοντας ότι "είχε ορμές, λόγω των οποίων δεν περιμένει από τους πιο ηλικιωμένους να τον καταλάβουν". Η δήλωση αυτή προξένησε ακόμα μεγαλύτερη αναστάτωση στους συντρόφους του, που οργισμένοι δήλωσαν ότι όλοι είχαν ορμές, τις οποίες όμως έπρεπε να καταπνίξουν λόγω του ανώτερου σκοπού για τον οποίο πάλευαν.

Πάνω κάτω όμως, ίδιες συντηρητικές αντιλήψεις για τις σεξουαλικές σχέσεις κουβαλούσαν και οι εξόριστες κομμουνίστριες εργάτριες. Θεωρούσαν ότι από τη στιγμή που είχαν ταχθεί στον αγώνα, δύσκολα θα παντρευόντουσαν, θα έκαναν παιδιά και οικογένεια με κάποιον σύντροφο τους. Όλα αυτά ήταν "προνόμια" της υπόλοιπης "μη έχουσας επαναστατικής συνείδησης για τον ιστορικό ρόλο του προλεταριάτου" κοινωνίας. Όσο για τη σεξουαλική απελευθέρωση και τη γυναικεία χειραφέτηση, υποστήριζαν ότι το Κόμμα ήταν πάντα προοδευτικό και συνεπές στις λενινιστικές αρχές της ισότητας αντρών και γυναικών, αλλά έπαιρναν αποστάσεις από τον "αστικό εκχυδαϊσμό της δυτικής σεξουαλικής απελευθέρωσης".

Παρά τη σιδερένια πειθαρχία, κάποιες στιγμές οι φυσικές του ανάγκες εξεγείρονταν. Όχι μόνο οι σεξουαλικές. Φανταστείτε να  είστε εξόριστοι στη Γαύδο, αναγκασμένοι να τρώτε 5 φορές την εβδομάδα φασόλια από τη συλλογική κουζίνα. Το βράδυ τα αγοράκια "τρόλλαραν" δεόντως στη κολλεκτίβα τους. Οι συντρόφισσες στο δωμάτιο πιο δίπλα δεν είχαν την ίδια γνώμη περί βραδινού χιούμορ. Έβαλαν ζήτημα στη συνέλευση οι σύντροφοι να αυτοπειθαρχήσουν τις φυσικές ορμές τους τις βραδινές ώρες, για να κοιμούνται ήσυχες. Προφανώς έγιναν μαλλιά κουβάρια, αφού οι σύντροφοι συνέχισαν να αστειεύονται περί του "προβλήματος", ενώ οι συντρόφισσες παρέμεναν βράχος στην τοποθέτηση τους. Η μόνη λύση που βρήκε ο πρόεδρος της κολλεκτίβας ήταν να απαγορέψει κάθε κουβέντα στη συνέλευση για το επίμαχο ζήτημα.

Ευτυχώς για τα σώματα μας, 75 χρόνια μετά, οι απόψεις γυναικών και αντρών για τα έμφυλα ζητήματα έχουν προοδέψει κάπως. Βέβαια, η ανατολίτικη πατριαρχική κουλτούρα παραμένει κυρίαρχη, βασικό ιδεολογικό στήριγμα της δομής υλικής αναπαραγωγής μικροαστικών προνομίων και συνειδήσεων που αποκαλείται ελληνική οικογένεια. Αλλά αμφισβητείται συνεχώς από νέα υποκείμενα που αρνούνται την ευθύγραμμη και ατάραχη πορεία των ρόλων που τους έχουν φορεθεί προς το νεκροταφείο της επίσημης πορνείας που αποκαλείται γάμος. Καθόλου τυχαία, επίσης, η ανανέωση της φεμινιστικής κριτικής από queer υποκείμενα μέσα από τις κοινωνικές ανακατατάξεις ρόλων και στερεοτύπων που άφησε κληρονομία στο ανταγωνιστικό κίνημα η θύελλα του Δεκέμβρη '08. Το "εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται" είναι πρώτα απ' όλα ιστορικά άδικο. Τα μουνιά και οι πούτσοι είναι τα πρώτα που εξεγείρονται συνήθως και βάζουν φωτιά στο κόσμο της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης. Κοινωνική επανάσταση χωρίς σεξουαλική επανάσταση είναι ένα κενό γράμμα.

Το βασικό πρόβλημα όμως των σύγχρονων κομμουνίστριων και κομμουνιστών (προφανώς δεν αναφέρομαι στο παραδοσιακό σταλινικό κόμμα, αν κι εκεί οι ΚΟΒες κάθε τρεις και λίγο ασχολούνται με τις εσωτερικές αλλαξοκωλιές των μελών...) δε διαφέρει από αυτό των προγόνων τους στη δεκαετία του '30. Ζούνε σε κλειστές κοινότητες, αποκομμένοι από την υπόλοιπη (πατριαρχική, μικροαστική, μπλαμπλαμπλα) σκατοκοινωνία. Θεωρούν τους εαυτούς τους ένα  πρότυπο στρατευμένου αγωνιστή ταγμένου να διανύσει διαφορετικό δρόμο από αυτούς που δεν έχουν φτάσει το δικό τους επίπεδο συνείδησης και κουλτούρας. Τουλάχιστον κάνουν λίγο περισσότερο (αγχωμένο) σεξ, αλλά σχεδόν πάντα μεταξύ τους (που να βρούνε άλλους και άλλες;) και μετά τσακώνονται στις συνελεύσεις και τα συνεργατικά τους μπαρ-καφενεία για αστεία ζητήματα, κυρίως σε σχέση με πολιτισμικούς κώδικες που έχουν μάθει να χρησιμοποιούν για να επικοινωνούνε και να αστειεύονται. Σίγουρα και οι λέξεις είναι κοινωνικά κατασκευασμένες κι όχι βιολογικά αυθόρμητες. Σε μια συντηρητική χριστιανική κοινωνία που το σεξουαλικό ταυτίζεται με το "βρώμικο", η προλεταριακή αντιστροφή έχει μάθει να βρίζει και να ειρωνεύεται χρησιμοποιώντας αρχίδια, μουνιά και γαμήσια. Η πλήρης ταύτιση όμως βρώμικων λέξεων με βρώμικα σεξιστικά μυαλά αποτελεί μια αυτοαναφορική ιδεολογική κατασκευή των σύγχρονων κομμουνιστριών και κομμουνιστών.

Η "αντισεξιστική" λογοκρισία σε καμιά περίπτωση δε συνιστά σοβαρή λύση. Το ξεπέρασμα του διαχωρισμού μεταξύ της γλώσσας που χρησιμοποιείται σε δημόσια και ιδιωτική σφαίρα, αποτελεί μια κοπιαστική διαδικασία διαμόρφωσης νέων ριζοσπαστικών κωδίκων, ανοιχτών όμως στην υπόλοιπη αντιφατική κοινωνική κίνηση κι όχι αυτοεξόριστων σε κομματικές σχολές ιδεολογικής ορθοδοξίας και ορθοφωνίας. Και προπάντων ανοιχτών στο γέλιο και τη σάτιρα, σημαντικά όπλα μας για να τα (ξανα)κάνουμε "πουτάνα όλα" στους δρόμους που καταλαμβάνουμε εμείς, τα πουτανάκια του κεφαλαίου, όταν εξεγειρόμαστε.

ΥΓ. Πάρτε κι ένα ιστορικό "σεξιστικό" τραγουδάκι που σημάδεψε την εφηβεία πολλών στα '90ς

 

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Ποιοί στην πάνω πλατεία ψήφισαν χρυσή αυγή;

Θυμάστε;
Κυκλοφορεί ένας ευρύς μετεκλογικός κινηματικός μύθος. Ότι στις εκλογές αποτυπώθηκε η πολιτική σύνθεση του περυσινού κινήματος των πλατειών ("αγανακτισμένων" στη μιντιακή αργκό), δηλαδή ο (πολύς) κόσμος της "κάτω πλατείας" ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ κι ο (λιγότερος) κόσμος της "πάνω πλατείας" ψήφισε Χρυσή Αυγή.

Όπως και σε κάθε μύθο, υπάρχει ένα στοιχείο φαινομενικής αλήθειας που τον διαδίδει και τον κάνει πιστευτό. Τον συγκεκριμένο μύθο τον διαδίδουν με ιδιαίτερη χαιρεκακία άνθρωποι που απείχαν από το κίνημα, που το θεωρούσαν μια "μικροαστική φούσκα" που θα σκάσει και οι οποίοι υπερτόνιζαν το πατριωτικό και εθνικιστικό στοιχείο που έφεραν πολύ διαδηλωτές της "πάνω πλατείας", ενώ κορόιδευαν τον "ελεγχόμενο από τον ΣΥΡΙΖΑ χιππισμό" της "κάτω πλατείας". Η λογική βέβαια αυτής της σκέψης ήταν η κλασσική κουκουεδίστικη: "Τίποτα δεν αλλάζει αν δεν υπάρξει ταξική συνείδηση και οργάνωση στο Κόμμα" (όπου Κόμμα βάλτε ότι άλλη λέξη θέλετε). Τώρα, βέβαια η ίδια η λογική του κόμματος έρχεται και επιβεβαιώνει ότι όχι μόνο άλλαξαν πολλά στην ελληνική κοινωνία μετά το "Σύνταγμα", αλλά ότι μέχρι και στις ίδιες της εκλογές του συστήματος αποτυπώθηκαν οι εσωτερικοί πολιτικοί συσχετισμοί του κινήματος. "Έλα Αλέκα, γυρνάει η Γη;" "-Γυρνάει απ' ότι φαίνεται, αλλά θα το παραδεχτούμε μετά από κανά χρόνο που θα σιγουρευτούμε, για να μη φανούμε οπορτουνιστές".

Πέρα λοιπόν από την μεγάλη αλήθεια ότι οι κοινωνικές σχέσεις και οι πολιτικοί συσχετισμοί αλλάζουν (και μάλιστα ραγδαία) χάρις στα συγκρουσιακά κοινωνικά κινήματα (κι όχι τις εκλογικές διαδικασίες), υπάρχουν μια σειρά μικροί μύθοι στη πρόταση "Η κάτω πλατεία ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ και η πάνω Χρυσή Αυγή".

Η κάτω πλατεία δεν ήταν ένα ενιαίο σώμα. Μιλούσαμε, βρίζαμε, τσακωνόμασταν, ψηφίζαμε, καταγγέλαμε "καπελώματα" του ΣΥΡΙΖΑ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αυτοί άρχιζαν τα περί "προβοκατόρων", γιούχες, χαμός, πανικός. Και τι έβγαινε ως σούμα; Προσπαθησαν να χαρακτηριστεί το κίνημα ως φιλειρηνικό. Κατέβηκε άπειρες φορές αυτή η πρόταση, πριν ακόμα παρουσιαστεί στο ευρύ ακροατήριο του κινήματος η ετυμολογική προέλευση της λέξης "μπάτσος" (15/6) και πάντα καταψηφιζόταν. Ανέβασαν στο κέντρο της πλατείας ένα πανό της "επιτροπής λογιστικού ελέγχου". Κατέβηκε μετά από ψηφοφορία. Οπότε οι δυο κεντρικές πολιτικές γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ και της αριστεράς, η "ειρηνική επανάσταση" και "να φτιαχτεί μια επιτροπή για το λογιστικό έλεγχο του χρέους" απορρίφθηκαν ως κεντρικά χαρακτηριστικά από την πλειοψηφία του κινήματος.

Πάμε και στην "πάνω πλατεία" που επίσης δεν ήταν ένα ενιαίο σώμα. "Μα όλοι Έλληνες δεν είμαστε ρε παιδιά;", φώναζαν κάποιοι "γαλανόλευκοι" που υπεραμύνονταν του "ενωτικού" πνεύματος της πλατείας Συντάγματος. Όχι απαντούσαμε κάποιοι, είμαστε άνθρωποι, πολίτες του κόσμου, εργάτες, μετανάστες, προλετάριοι. Ελληνικές σημαίες μόνο; Όχι και αιγυπτιακές και τυνησιακές και συριακές και οποιουδηποτε λαού αντιστέκεται.Έλεγαν οι καζάκηδες κι οι σπίθες κάτι για τους μετανάστες ή πήγαινε κανείς να διώξει μικροπωλητή; Μαζευόμασταν αμέσως και φωνάζαμε αντιφασιστικά και διεθνιστικά συνθήματα. Η "χρυσή αυγή" είχε από τη δεύτερη κιόλας μέρα βγάλει ανακοίνωση ενάντια στην πλατεία Συντάγματος. Δεκαετίες στο παρακράτος ξέραν που θα κατέληγε η ιστορία και σε ποια πλευρά θα βρίσκονταν κι αυτοί. Κάποιοι προσπάθησαν να εμφανιστούν ως απλοί "αγανακτισμένοι πολίτες" ή ως εργαζόμενοι στις γενικές απεργίες. Με το που γινόταν αντιληπτή η ταυτότητα τους, έτρωγαν το βρωμόξυλο τους και γρήγορα κατέληγαν στον κοινωνικό χώρο από τον οποίον προέρχονταν: Στις τάξεις των ΜΑΤ.

Δεν θέλω να κουκουλώσω τα αδύνατα σημεία του κινήματος, για τα οποία υπάρχουν κατατεθειμένες εσωκινηματικές αυτοκριτικές από πέρυσι. Και την πίστη ότι μέσα από ψηφοφορίες θα αλλάξει κάτι της κάτω πλατείας και τα γηπεδικά συνθήματα για κρεμάλες στους προδότες πολιτικούς της πάνω πλατείας τα φάγαμε στη μάπα τότε και τα βλέπουμε ως διάχυτη κοινωνική νοοτροπία και τώρα, μια νοοτροπία που προφανώς επικοινωνεί με τη ψήφο στο ΣΥΡΙΖΑ και την Χρυσή Αυγή.  Όσον αφορά την "πάνω πλατεία" συγκεκριμένα δυο ήταν τα κύρια μορφώματα που βρήκαν κοινωνικό χώρο να ξεχύσουν τη ρατσιστική, πατριωτική και εθνικιστική μαλακία τους (που εξυπηρετεί τα μικροαστικά τους συμφέροντα). Ο πατριωτισμός των Καζάκηδων και των Σπίθων, που εκφράζει ένα μεγάλο κομμάτι της αντιμνημονιακής ψήφου, αυτής που πέρα από αριστερά, πέρα από δεξιά πάνω απ' όλα τοποθετεί "τα  κόκαλά των Ελλήνων τα ιερά". Και ο νεολαιίστικος φασισμός των αυτόνομων εθνικιστών, που με γηπεδικά συνθήματα για τον Λεωνίδα και τους 300, για τους Τούρκους που χαίρονται, για την πόρνη μάνα του Πάγκαλου και για τις ασπίδες που πρέπει να πετάξουν οι ΜΑΤατζήδες αν πιστεύουν σε πατρίδες. 

Επρόκειτο για πρεσβευτές της τάσης κοινωνικού εκφασισμού της κοινωνίας, μέσα στο αντιστεκόμενο πλήθος του Συντάγματος. Επρόκειτο οπότε για εσωτερικό εχθρό, και αρκετά επικίνδυνο.  Οι μεν (καζάκηδες) με την πρόσβαση στο ευρύ πατριωτικό, συντηρητικό ακροατήριο (από Παπαθεμελή μέχρι Καμμένο εκλογικά) οι δε (αυτόνομοι εθνικιστές) με την πρόσβαση στην προλεταριακή νεολαία των γηπέδων. Κάθε κουβέντα για το τι έγινε και τι δεν έγινε απέναντι σε αυτά τα μορφώματα καλή και χρήσιμη. Από εκεί όμως, μέχρι το "η πάνω πλατεία ψήφισε Χρυσή Αυγή" υπάρχει μια τεράστια απόσταση από την πραγματικότητα, που υπάρχει καταγεγραμμένη σε βίντεο, φωτογραφίες και σώματα.

Ναι αρκετοί που βρίσκονταν τον Ιούνη στο πάνω και το κάτω μέρος της πλατείας Συντάγματος ψήφισαν Χρυσή Αυγή. Φορούσαν μπλε και χακί στολές, κρατούσαν γκλομπς κι ασπίδες, πετούσαν δακρυγόνα και κρότου λάμψης, οδηγούσαν δίκυκλα και υπάκουαν στις εντολές των στρατιωτικά ανωτέρων τους. Είχαν διαλέξει πλευρά.

 

ΥΓ. Κι εκεί που ώρες ώρες η πίεση της αριστεράς του κεφαλαίου σε φτάνει σε επίπεδα να σκέφτεσαι "ρε μπας και να το ρίξω κι εγώ Τσίπρα χωρίς αυταπάτες για να βοηθήσω στο αντιφασιστικό και λαϊκομετωπικό τρολλάρισμα της παγκόσμιας οικονομίας", έρχεται η πραγματικότητα να σε κρατήσει στον ορθό δρόμο. Ένα: πήγα μετά από καιρό σε συνέντευξη για δουλειά και μου ζητήθηκε να δουλεύω 7ήμερο, 6ώρο για 430 ευρώ. Ναι, 7ήμερο. Όχι, χωρίς ρεπό. Όχι, δε νομίζω να δουλεύω λιγότερο και για περισσότερα με καμία αριστερή κυβέρνηση. Δυο: ο ΣΥΡΙΖΑ πρότεινε τον Αρσένη για υπηρεσιακό πρωθυπουργό και θυμήθηκα τις πρώτες κινηματικές στιγμές πολλών συνομήλικων. Όταν μαθητές βγάζαμε τη γλώσσα στο σύστημα και βρίζαμε τους πασόκους υπουργούς του. Με όλο τον μικροαστικό συρφετό των τελών των 90s απέναντι μας. Κάτσε καλά Αλέξη... 

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Η κάλπη έβγαλε (προσεχώς) εμφύλιο

Ένα από τα λίγα ενδιαφέροντα που έμαθα από την ακαδημαϊκή μου θητεία στο «μαρξιστικό παρακράτος» της Παντείου ήταν η θεωρεία για τις πολιτικές/εκλογικές διαιρετικές τομές που (ανα)δημιουργούνται στο κοινωνικό/εκλογικό σώμα ανά διάφορες ιστορικές περιόδους.

Την μεταφέρω χοντρικά: Μετά από ένα σημείο τομή στην κοινωνική κίνηση/ταξική πάλη (π.χ. Πολυτεχνείο ’73) δημιουργούνται ισχυρές δαιρετικές τομές που τέμνουν κάθετα την κοινωνία και την εκλογική της τοποθέτηση (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) για μια ιστορική περίοδο (μεταπολίτευση). Αυτές οι τομές συνήθως δεν εμφανίζονται στις πρώτες εκλογές (1974) μετά το σημείο-τομή, όπου οι παλιές διαιρετικές τομές (μετά τον εμφύλιο: κράτος της δεξιάς - δημοκρατικό κέντρο) διατηρούν τις δυνάμεις τους, αλλά στις μεθεπόμενες (1977).Οι νέες τομές έρχονται να αναδημιουργήσουν το πολιτικό σκηνικό και τις συνέχειες που αυτό εμφανίζει (δεξιά – αριστερά - κέντρο).

Στην ιστορική περίοδο που διανύουμε μπορούμε να εντοπίσουμε ένα τέτοιο σημείο-τομή. Την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, την αντεπανάσταση των αφεντικών που ακολούθησε (κρίση-μνημόνιο) και την έντονη κοινωνική κινητικότητα των από τα κάτω (πλατείες) για να αντιμετωπίσουν την τελευταία. Στις πρώτες εκλογές οι παλιές διαιρετικές τομές του δικομματισμού διατηρήθηκαν ανέπαφες. Σε αυτές έχασαν το κοινωνικό τους έδαφος. Η νέα διαιρετική τομή που τέμνει κάθετα την ελληνική κοινωνία κωδικοποιείται ως «μνημόνιο-αντιμνημόνιο», αλλά πολύ σύντομα η αστική τάξη θα φροντίσει να πάρει τη μορφή «παραμονή ή έξοδο» από την Ε.Ε.

Οι «φιλοευρωπαϊκές» θα υπερασπιστούν την νεοφιλελεύθερη διαχείριση της κρίσης, μπροστά στην «κόλαση της πτώχευσης» και θα βασιστούν πάνω στις φοβίες του καταρρέοντος μικροαστισμού για να επιβάλλουν την τάξη και να επιτεθούν στο πολυεθνικό προλεταριάτο αυτού του σημείου των Βαλκανίων. Οι «αντιευρωπαϊκές» θα υπερασπιστούν την ανάγκη της καπιταλιστικής διαχείρισης της κρίσης εκτός ευρωζώνης, με μια νεφελώδη νέο-σοσιαλδημοκρατική, πράσινη προοπτική που δεν ενθουσιάζει καθόλου τη ντόπια αστική τάξη, αλλά ίσως αναγκαστεί να την αποδεχτεί ως πατριωτική εναλλακτική λόγω της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης.

Και πάμε πιο συγκεκριμένα στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Πρώτη δύναμη: Μαγιάτικο μπανάκι στην παραλία. Πλειοψηφική κοινωνική δύναμη αναδείχθηκε για άλλη μια φορά μετά τον Δεκέμβρη του 2008 η απαξίωση του πολιτικού συστήματος, ειδικότερα από μεγάλο ποσοστό νεολαίας, μέσω της αποχής από την εκλογική διαδικασία (3,5 εκατομμύρια άνθρωποι είμαστε). Οι παραλίες ήταν γεμάτες από κόσμο, στις αρχές Μαΐου, στις πιο πολωμένες εκλογές μετά το ’74. Δεν πρόκειται φυσικά ούτε για συνειδητή «επαναστατική» αποχή, αλλά ούτε και για «μικροαστικό σταρχιδισμό». Όλοι στην Ελλάδα της κρίσης και της χρεοκοπίας ζούμε, οπότε και η πολιτική (ως αλλοτριωμένη διαχωρισμένη δραστηριότητα) κυνηγά και αποικιοποιεί κάθε σημείο της καθημερινότητας μας. Όμως το ευρισκόμενο σε βαθιά κρίση πολιτικό σύστημα, αδυνατεί να ενσωματώσει μεγάλο ποσοστό νεολαίας (και όχι μόνο) που του γυρίζει την πλάτη.  Ένα καινούριο μικρό κόμμα (Πειρατές) είναι αυτό που έχει κατανοήσει καλύτερα αυτόν τον πλειοψηφικό κοινωνικό παλμό και προτείνει ένα μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος σε μια κατεύθυνση ψηφιακής αμεσο-δημοκρατίας (και λίγο οι Οικολόγοι-Πράσινοι. Κάτι είχε μυριστεί και ο πρωτοπόρος Γιωργάκης, αλλά του χάλασε τα σχέδια η πουτάνα η χρεοκοπία).

Ποτέ ξανά ΠΑΣΟΚ.
Οι «φιλοευρωπαϊκές» δυνάμεις καταποντίστηκαν από την εκλογική κίνηση του υπόλοιπου πλήθους που συμμετείχε στην εκλογική διαδικασία και το οποίο έριξε ένα πληθωρικό «μαύρο», αντίστοιχο της «γιούχας» που τρώνε οι πολιτικοί του μνημονίου όπου εμφανίζονται τον τελευταίο 1,5 χρόνο. Δεν κατάφεραν (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ) καν να διατηρήσουν ένα ποσοστό κοντά στο 40% που θα τους έδινε μαζί με το μπόνους των 50 εδρών μια εθνικοσωτήρια κυβέρνηση συνεργασίας.

Επόμενο σενάριο για το πολιτικό σύστημα να ενεργοποιηθούν τα αντιμνημονιακά αλλά «φιλοευρωπαϊκά» σωσίβια (Καμμένος-Κουβέλης) που απορρόφησαν μεγάλο ποσοστό της εκλογικής του δύναμης.  Αυτό δεν βολεύει να γίνει άμεσα, αν θέλουν αυτά τα δυο κόμματα να παίξουν σοβαρά στο νέο πολιτικό σκηνικό. Χρειάζεται είτε μια τρομερή απειλή που θα τους αναγκάσει να προτάξουν πρώτα την «φιλοευρωπαϊκή» τους ταυτότητα, δηλαδή να παγώσουν οι δανειστές μισθούς και συντάξεις, να αρχίσει ο πανζουρλισμός και να «σώσουν» για άλλη μια φορά τη χώρα. Είτε δεύτερες εκλογές με το φάντασμα της παύσης πληρωμών που θα συσπειρώσει σε κυβερνητική τροχιά το κομμάτι του πληθυσμού που απαιτεί ευρωπαϊκή τάξη και ασφάλεια κι ελπίζει στην «έξοδο από την κρίση». Μέσα στην συστημική τρομοκρατία που χρειάζεται να εξαπολυθεί για να βγει κυβέρνηση, δεν μπορεί να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο κάποιας κρατικής προβοκάτσιας σε βάρος των μεταναστών παράνομων εργατών. Τα ευρωπαϊκά αφεντικά έχουν διάφορα ζητήματα που τους απασχολούν (ο Σαρκοζί ήταν πυλώνας του γαλλογερμανικού σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης), αλλά δεν θα αργήσουν να ασχοληθούν με την πάρτη μας και να μας τραβήξουν το αυτί για τις μαλακίες που ψηφίζουμε.

Είναι σέξυ, είναι σέξυ να ψηφίζεις τον Αλέξη. Ο ΣΥΡΙΖΑ από άθροισμα κομματιδίων και γκρουπουσκουλων της μη σταλινικης αριστεράς εκτινάχθηκε σε αξιωματική αντιπολίτευση με 1 εκατομμύριο ψηφοφόρους, εκμεταλλευόμενο τόσο την αντιμνημονιακή ψήφο του κόσμου του πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ, όσο κι εκφράζοντας στις κάλπες την δυναμική του κόσμου των πλατειών (βλ. και  την ενδιαφέρουσα ανάλυση εδώ). Το «ενάντια στο μνημόνιο - υπέρ της Ευρώπης» μπορεί να ακούγεται μια χαρά σε μικροαστικά αυτιά, αλλά δεν μπορεί να σταθεί σοβαρά όσο θα προχωράει η κρίση και έτσι θα χρειαστεί μια πιο συγκεκριμένη τοποθέτηση που θα κρίνει την σταθερότητα ή όχι της μαζικής δυναμικής του στο νέο πολιτικό σκηνικό (προς το παρόν μπορεί να παίζει για λίγες μέρες τις «κουμπάρες» -προοπτική αριστερής κυβέρνησης το ονομάζει- με ΚΚΕ, οικολόγους και ΑΝΤΑΡΣΥΑ).

Το ΚΚΕ δε θέλει, η βάση του θα πεθάνει από βαρεμάρα; Οι σταλινικοί από την άλλη μπορεί να τοποθετούνται αρκετά στιβαρά στο «αντιευρωπαϊκό στρατόπεδο», όμως ως παλιές πουτάνες γνωρίζουν ότι δεν το έχουν να διαχειριστούν μια τέτοια προοπτική διαχείρισης της κρίσης. Η οχύρωση πίσω από τη γραμμή του «εμείς-εμείς οι μόνοι ταξικά συνεπείς» όμως εξαντλεί τα ψωμιά της και αν δεν υπάρξει αλλαγή στρατηγικής, η εκλογική σταθερότητα θα δώσει τη θέση της στο φυλλοροϊσμα  των συμπαθούντων του προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Μια αλλαγή ηγεσίας είναι το πιο εύκολο, το δύσκολο είναι να επιχειρηθεί μια πιο ενιαιομετωπική προσέγγιση σε κινηματικό επίπεδο παράλληλα με τη διατήρηση της σταλινικής γραμμής.
Ο κοινωνικά αναβαπτισμένος ρόλος των ταγματασφαλητών. Οι χρυσαυγίτες απόγονοι των Χιττών φόρεσαν κι αυτοί το αντιμνημονιακό – αντιευρωπαϊκό κοστούμι και βρήκαν κοντά μισό εκατομμύριο ευήκοα αυτιά. Πρέπει να διακρίνουμε δυο διαφορετικά επίπεδα: Από τη μια υπάρχει η διαιρετική τομή του εμφυλίου στην ελληνική κοινωνία. Το ακροδεξιό στρατόπεδο πάντα κινιόταν γύρω στο 7% που κινείται και  η Χρυσή Αυγή, που και που τους έπαιρνε η ΝΔ, τα τελευταία χρόνια τους εξέφραζε το ΛΑΟΣ. Οι χρυσαυγίτες τώρα εξέφρασαν χωρίς αναστολές το βασικό σχέδιο το οποίο η αστική τάξη σχεδιάζει να εφαρμόσει ενάντια στον πλεονάζον πολυεθνικό προλεταριακό πληθυσμό (την φυλάκιση και την εξόντωση του) και γι’ αυτό τον λόγο επιβραβεύθηκαν από το σύστημα. Το οποίο σύστημα επίσης βολεύεται να έχει και μια ναζιστική απειλή που θα μεταμορφώνει σε συμπαθείς δημοκρατικές φιγούρες την Τρέμη, τον Πρετεντέρη, τον Λοβέρδο και τον Χρυσοχοϊδη που τους είχαμε «συκοφαντήσει» αρκετά ως φασίστες τελευταία.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η αντιμνημονιακή υποστήριξη στην Χρυσή Αυγή δεν πατάει πάνω στην τομή του εμφυλίου, αλλά στην ρατσιστική προδιάθεση της πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας, σε συνθήκες κοινωνικού κανιβαλισμού και εκφασισμού (βλ. και την αντιμετώπιση των μεταναστριών οροθετικών). Δεξιάς και αριστερής, όπως δείχνουν τα υψηλά ποσοστά των νεοναζί στις εργατογειτονιές του Πέραματος της Νίκαιας, της Πάτρας της Θεσσαλονίκης κ.α. Οπότε δεν αρκεί να «ξεσκεπάζουμε» τη βρώμικη ναζιστική τους ιστορία και να τους πλακώνουμε όπου μπορούμε, αλλά χρειάζεται παράλληλα να δώσουμε σοβαρή πολιτική μάχη στο εσωτερικό της εργατικής τάξης για να ηττηθεί πολιτικά ο ρατσισμός απέναντι στους μετανάστες. Και για να φτάσουμε εκεί πρέπει να αναγνωρίσουμε τον κοινωνικά αναβαπτισμένο ρόλο τους και να μην τους υποτιμάμε ως «παρακρατική συμμορία».

Το σίγουρο πλέον είναι ότι τα πράγματα αγριεύουν και την κοινωνική και εκλογική άνοδο των ναζί θα την συναντήσουμε με αρκετά οδυνηρό τρόπο μπροστά μας στους αγώνες της επόμενης μέρας. Ήδη από τον Δεκέμβρη του ’08 είχε φανεί ότι το φασιστικό παρακράτος αποτελεί την πιο αξιόπιστη και σταθερή επιλογή του ελληνικού κράτους απέναντι στην προλεταριακή απειλή. Όσο θα αυξάνεται  η δύναμη μας ως ανταγωνιστικό κίνημα και οι σοσιαλδημοκρατικές προτάσεις διαχείρισης της κρίσης θα τρώνε τα μούτρα τους, τόσο θα δυναμώνει και το φασιστικό στρατόπεδο.

Μετά και το εκλογικό τέλος της μεταπολίτευσης η ιστορία που μας περιμένει φαίνεται να κάνει μια βουτιά στο παρελθόν και να επιστρέφει στην εμφύλια σύγκρουση. Παλαιά στρατόπεδα θα αναμετρηθούμε ξανά με νέους όρους. Αν στόχος του κεφαλαίου είναι να μετατρέψει το ερώτημα «ναι ή όχι στο μνημόνιο» σε «ναι ή όχι στην Ευρώπη» και «ναι η όχι στους λαθρομετανάστες», δικός μας στόχος παραμένει η ενδυνάμωση των προλεταριακών αγώνων και εξεγέρσεων σε παγκόσμιο και τοπικό επίπεδο. Αν στο ερώτημα «εμείς ή αυτοί», το «αυτοί» παίρνει την πιθηκοειδής μορφή του χαπακωμένου Ελληνάρα μαχαιροβγάλτη μαφίοζου στρατομπατσου bonehead, εμείς θα ριχτούμε με μεγαλύτερη ένταση στον πόλεμο τραγουδώντας για τους μπάσταρδους φίλους/ες που γνωρίσαμε παίζοντας άφοβα στις παλιές μας γειτονιές.

(δημοσιεύτηκε επίσης εδώ)