Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Δεκεμβριανά έθιμα


 (Το παρακάτω κείμενο είχε γραφτεί ένα χρόνο μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη, για ένα έντυπο που τελικά δεν κυκλοφόρησε.)


Στις 6 Δεκέμβρη, σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση πολλών ευρωπαϊκών χωρών, ο Άγιος Νικόλαος (Saint Nickolas ή Santa Claus σύμφωνα με μια νεοϋρκεζικη παράφραση), κατεβαίνει στην Γη, φορώντας την επισκοπική του στολή, με σκοπό να δώσει δώρα στα παιδιά που ήταν «καλά» την προηγούμενη χρονιά. «Καλά» σύμφωνα με την χριστιανική (=προτεσταντική=καπιταλιστική) παράδοση είναι τα παιδιά που διάβασαν σκληρά για το σχολείο, το φροντιστήριο, τις ξένες γλώσσες, συνέχισαν την επίπονη μελέτη στο ΙΕΚ, στο πανεπιστήμιο, στο μεταπτυχιακό, στο κολέγιο, στο διδακτορικό κι αφού εμπέδωσαν από μικρά ότι «τα αγαθά κόποις κτώνται» συνέχισαν να δουλεύουν σκληρά στην εργασιακή μαθητεία, στην πρακτική άσκηση, στα stage, στο ωρομίσθιο, στην 6μηνη σύμβαση, στο τηλεφωνικό κέντρο, στο μπαρ, στην πιτσαρία, σε ένα γραφείο 8 ώρες πίσω από μια οθόνη. Τα «καλά» παιδιά λοιπόν υπόκεινται όλα αυτά τα βάσανα επειδή προσμένουν τα δώρα του Άγιου Νικολάου/Santa Claus, και σίγουρα αυτά δεν περιορίζονται στις καραμελίτσες και τα σοκολατάκια, αλλά έχουν να κάνουν με video games, lap top, κινητά τηλέφωνα, κάμερες, ρούχα, κοσμήματα κι υπόλοιπα χριστιανικά εμπορεύματα.

Σε κάποιες κεντροευρωπαϊκές χώρες, το συγκεκριμένο έθιμο παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη παραλλαγή: ο Άγιος Νικόλαος ο χριστιανός Επίσκοπος και «προστάτης των παιδιών», παρουσιάζεται με δυο συνοδούς, σα να λέμε με διπλή όψη: Από τη μια είναι ένας καλός Άγγελος που προσπαθεί να ανταμείψει τα «καλά παιδιά», από την άλλη μια σατανική μορφή εν ονόματι «Krampus», που με κέρατα στο κεφάλι, μάσκα στο πρόσωπο και ένα ρόπαλο στο χέρια κυνηγάει και τρομοκρατεί τα «κακά παιδιά». «Κακά», σύμφωνα με την ίδια παράδοση είναι τα παιδιά που όλη μέρα παίζουν στους δρόμους αντί να διαβάζουν σκληρά, φωνάζουν και αντιμιλάνε αντί να το βουλώσουν και να ακούσουν τους μεγαλύτερους, κάνουν καταλήψεις για να χάσουν μάθημα, πίνουν, καπνίζουν, κάνουν κακές παρέες και εντέλει καταλήγουν να «αράζουν» στα πεζοδρόμια των Εξαρχείων. Αυτά τα παιδιά, από την στιγμή που δεν δουλεύουν, δεν τα περιμένουν δώρα και σοκολατίτσες αλλά ξύλο και τιμωρία, αν και υποστηρίζεται ότι ο καλός Θεούλης θα βρει τρόπο να τα φέρει στον «σωστό» τον δρόμο (έστω την πλειοψηφία απ’ αυτών, γιατί αλλιώς δεν θα είχε νόημα ύπαρξης η κόλαση, που στην παρούσα ζωή ονομάζεται φυλακή). Πολλά «κακά παιδιά», που στην Ελλάδα θα τους λέγαμε «κουκουλοφόρους», έχουν την συνήθεια στις 6 Δεκέμβρη να μεταμφιέζονται σε «Krampus» και να παρενοχλούν τους φιλήσυχους πολίτες που θέλουν να συνδυάσουν τα χριστουγεννιάτικα έθιμα με τα ψώνια τους.

Στις 6 Δεκέμβρη του 2008, στην Ελλάδα, με αρχικό τόπο τα Εξάρχεια, εκτυλίχθηκε άλλη μια ενδιαφέρουσα τροποποίηση των συγκεκριμένων εθίμων. ΄Ενας γήινος Επίσκοπος του Θεού-Κράτους που είχε σκοπό την αξιολόγηση των παιδιών σε «καλά» και «κακά», «μπερδεύτηκε» κι έδωσε σε ένα παιδί που η κοινωνία το θεωρεί «καλό» (κι ας παραφέρεται κι ας συχνάζει σε κακά μέρη) δώρο μια σφαίρα στην καρδιά. Ήδη τα τελευταία χρόνια είχαν αρχίσει να πληθαίνουν τα «καλά» παιδιά που γίνονταν «κακά», με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται είναι η αλήθεια το χριστιανικό έργο του διαχωρισμού μέσω της τιμωρίας/ανταμοιβής.

Δεν φταίνε μόνο τα παιδιά γι’ αυτό, ο ίδιος ο καλός Θεούλης –Κράτος έχει αρχίσει να τα κάνει σκατά (λένε ότι έχει πάθει κρίση). Τα δώρα που έδινε στα «καλά» παιδιά με την μορφή του μισθού τα τελευταία χρόνια, έφταναν μεν για να αγοράσουν καραμελίτσες και σοκολατάκια, αλλά όχι video games και lap top. Για να μην μείνουν απούλητα αυτά, τα «καλά παιδιά» όλο και περισσότερο δανείζονταν από τους γονείς και οι γονείς όλο και πιο συχνά δανείζονταν από τις τράπεζες. Έτσι το χριστουγεννιάτικο παραμύθι με τα «καλά παιδιά» και τα δώρα τους μπορούσε να συνεχιστεί, με λίγα λεξοτανιλ και προζακ παραπάνω. Ακόμα κι ένας ψυχολογικός πανικός που έπαθαν οι τράπεζες παγκόσμια, μήπως πρέπει να παραδεχτούν ότι η ιστορία με τα δάνεια είναι ένα παραμύθι με λεφτά χωρίς αξία (δηλαδή εργασία) και με άσχημο τέλος, ψιλόξεχάστηκε από την στιγμή που οι τράπεζες δανείστηκαν πάμπολλα λεφτά από τον παγκόσμιο και απέραντο Θεό – Κράτος, του οποίου την φερεγγυότητα  κανείς δεν δύναται ν’ αμφισβητήσει (γιατί αλλιώς θα καταρρεύσει ο καπιταλιστικός κόσμος). Έτσι η πίστη, πάνω στην οποία στηρίζεται η θρησκεία της οικονομίας, αποκαταστάθηκε, οι τράπεζες άρχιζαν πάλι να ψάχνουν θηράματα για αυτό που λένε δανεισμό και τα θηράματα άρχιζαν πάλι να καταναλώνουν• λίγο πιο διστακτικά είναι η αλήθεια, αλλά χωρίς σε καμία περίπτωση να αμφισβητούν αυτά που υπόσχεται (και εκτυπώνει) ο Θεός-Κράτος.

Το χριστουγεννιάτικο παραμύθι μπορεί να συνεχίζεται (για πόσο ακόμα;) για τους γονείς και τα «καλά παιδιά» που δουλεύουν σκληρά, αμείβονται φθηνά και δανείζονται χοντρά, όμως πέρυσι τον Δεκέμβρη φάνηκε ότι είναι πάρα, μα πάρα πολλά τα «κακά παιδιά», είναι τόσα ώστε να δημιουργούν πρόβλημα στην ομαλή διήγηση του παραμυθιού: Έχουμε και λέμε: Αντί για δώρο, ένας υπάλληλος του Θεού-Κράτους κάνει ένα «λάθος» και δίνει μια σφαίρα στην καρδιά ενός παιδιού που οι γονείς λένε ότι είναι «καλό». Σχεδόν όλα τα «καλά» και «κακά» παιδιά αυτής της χώρας εξοργίζονται, βγαίνουν στους δρόμους και αρχίζουν αντί για ευχητήριες κάρτες να στέλνουν πέτρες και φωτιά στους υπαλλήλους του κράτους, ενώ ταυτόχρονα αρχίζουν να σπάνε τις βιτρίνες και να παίρνουν μόνα τους τα δώρα που τους υπόσχεται ο (καπιταλιστής) Santa Claus. Φτάνουν μέχρι και σε σημείο να καίνε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, σύμβολο του καταναλωτικού παραμυθιού. Όλα αυτά όμως δεν είναι παραμύθι, είναι εξέγερση.

Όπως δεν είναι παραμύθι, το γεγονός ότι μαζί με τα παιδιά κατέβηκαν στους δρόμους και κάποιοι (δυστυχώς λίγοι) εργαζόμενοι γονείς που επίσης εργάζονται σκληρά και όχι μόνο δεν τους δίνουν δώρα κι επιδόματα, αλλά τους κλέβουν συνεχώς από τον μισθό τους, μέσω της ελαστικοποίησης της εργασίας. Ενίοτε, ιδιαίτερα αν πρόκειται για μετανάστριες που αντιστέκονται, παίρνουν ως δώρο βιτριόλι στο πρόσωπο. Μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 το καπιταλιστικό παραμύθι «μπάζει από παντού», κι ο Θεός – Κράτος πρέπει να πάρει κάποια μέτρα ενάντια σε αυτήν την ζοφερή κατάσταση, αν θέλει να λογίζεται ως παντοδύναμος: Πρώτα κάνει μια υποχώρηση, και δέχεται ότι και τα «καλά» παιδιά μπορεί μερικές φορές να μετατρέπονται σε «κακά» (να πηγαίνουν στα Εξάρχεια, να φοράνε κουκούλες και να πετάνε πέτρες στα αστυνομικά τμήματα), αλλά ακόμα κι έτσι αυτά τα παιδιά δεν έχουν καμία σχέση με τα κατεξοχήν «κακά» παιδιά: τους «χούλιγκαν/κουκουλοφόρους» και τους μετανάστες που κλέβουν τα δώρα τους αντί να περιμένουν να τα αγοράσουν με σκληρή δουλειά και δάνεια. Έπειτα, δέχεται ότι πολλά «καλά παιδιά» κάνουν «κακές παρέες», όμως υποστηρίζει ότι αυτό είναι πολύ ανησυχητικό, γιατί αυτές οι σκοτεινές παρέες από «χούλιγκαν και ταραξίες», εκμεταλλεύονται την «αθωότητα» των παιδιών και τους οδηγούν σιγά σιγά στο «έγκλημα», την «ανομία», τις «ληστείες» και εντέλει την «τρομοκρατία».

Το παραμύθι ξαναστήνεται, έχοντας πάρει, προσωρινά(;), μια δυσάρεστη και τρομοκρατική τροπή, όπου για να «ζήσουμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα» πρέπει να (ξανα)εμπιστευθούμε το κράτος.και τους υπηρέτες του. Το κράτος από την άλλη άλλαξε ρούχα και φόρεσε την «αγγελική» του όψη. Οι κυβερνώντες αυτοαποκαλούνται «αντιεξουσιαστές» και οι αστυνομικοί «προστάτες του πολίτη». Βέβαια, ο καλοκάγαθος επίσκοπος Άγιος Νικόλαος/Santa Claus συνεχίζει να συνοδεύεται από σατανικούς «Krampus», πολλοί από τους οποίους είναι πλέον μηχανοκίνητοι, για να μπορούν να εντοπίζουν και να ξυλοκοπούν πιο γρήγορα τους μετανάστες και τα «κακά παιδιά», ενώ άλλοι εισβάλλουν κουκουλωμένοι σε σπίτια που στο παραμύθι ονομάζονται «γιάφκες» και φυλακίζουν παιδιά που ονομάζονται πλέον «τρομοκράτες».

Η πραγματική ιστορία των ανθρωπίνων κοινωνιών, παρ’ όλα αυτά, δεν είναι ένα χριστιανικό παραμύθι, δεν είναι μια μάχη μεταξύ «κακών» που συνωμοτούν εναντίον της κοινωνίας και «καλών» που την προστατεύουν. Η ιστορία συνεχίζει να γράφεται από τους κοινωνικούς/ταξικούς αγώνες ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, από τις εξεγέρσεις των κοινοτήτων των εκμεταλλευομένων προλετάριων ενάντια στην αλλοτρίωση των εμπορευματικών σχέσεων. Ένα χρόνο μετά την έκρηξη του Δεκέμβρη, μπορεί το παραμύθι του Θεάματος και η κατασταλτική τακτική της μηδενικής ανοχής να ανασυγκροτούνται, όμως ούτε η μιντιακή προπαγάνδα, ούτε η αστυνομοκρατία φαίνονται ικανές λύσεις για να αναπαραχθεί ένα σύστημα, ευρισκόμενο σε δομική κρίση (κοινωνική, περιβαλλοντική, πολιτιστική, οικονομική, πολιτική). Ένα χρόνο μετά, η κοινωνική κρίση που οδήγησε στην εξέγερση όχι απλά συνεχίζει να υφίσταται, αλλά παίρνει όλο και πιο πολωτικές μορφές που αποκλείουν οποιαδήποτε δυνατότητα συστημικής διαμεσολάβησης και ενσωμάτωσης.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, που εκτείνονται χρονικά πέρα από έθιμα και επετείους, η εξέγερση του Δεκέμβρη κι όλα όσα την ακολούθησαν παραμένουν περισσότερο ένα ερώτημα παρά μια απάντηση. Οι εξεγερμένοι/ες, όντας ειλικρινείς με τον εαυτό τους και την ιστορία, δεν ισχυρίστηκαν ότι  κατέχουν τις επαναστατικές απαντήσεις για την έξοδο από την καπιταλιστική κρίση, αλλά έθεσαν με ευθύ και δυναμικό τρόπο πάμπολλες επαναστατικές ερωτήσεις: Πώς μπορούμε να υπερασπιστούμε τις ζωές μας ενάντια στην μίζερη και επισφαλή επιβίωση που μας επιβάλλεται ως συνθήκη; Πώς μπορούμε να οργανώσουμε τον αγώνα μας χωρίς την καθοδήγηση απαξιωμένων κοινωνικά διαμεσολαβητικών οργανισμών, όπως τα κόμματα και τα συνδικάτα; Σε ποιο βαθμό είναι δυνατόν να οργανωθούμε σε κοινότητες εξεγερμένων, ξεπερνώντας υπαρκτούς διαχωρισμούς που μας περιορίζουν στα πλαίσια μερικών κοινωνικών και πολιτικών ταυτοτήτων; Αφού κάψουμε, καταστρέψουμε και λεηλατήσουμε ένα μητροπολιτικό κέντρο τι κάνουμε μετά; Πώς θα γίνει το μπλοκάρισμα της εμπορευματικής και καταναλωτικής κανονικότητας να επεκταθεί στο εργασιακό έδαφος, στον παραγωγικό τομέα;

Όσο οι πρακτικές ερωτήσεις του Δεκέμβρη βαθαίνουν, τόσο ξεφτίζουν κι οι έτοιμες απαντήσεις των ιδεολογιών. Πολλά από τα (μετα)δεκεμβριανά εγχειρήματα  δεν κατάφεραν να προχωρήσουν κάτω από το βάρος αυτών των ερωτήσεων (ιδιαίτερα της τελευταίας). Η σταδιακή παλινόρθωση της εμπορευματικής κανονικότητας συνοδεύτηκε από την παλινόρθωση παλιών, αδιέξοδων ιδεολογιών και πρακτικών. Τα δυο βήματα πίσω που ακολουθούν το μπροστινό βήμα κάθε εξέγερσης, κάθε σύγκρουσης, απογοήτευσαν κάποιους/ες από τους/τις εξεγερμενους/ες, που δεν έκαναν ότι έκαναν για να αποκτήσουμε άλλη μια επέτειο επαναστατικών αναμνήσεων, πλάι σε αυτήν του Νοέμβρη. 
Τέλος, αν ο «Δεκέμβρης» ισχυρίστηκε κάτι επαναστατικό, ήταν πως «δεν είπαμε ακόμα την τελευταία λέξη» και πως «είμαστε μια εικόνα από το μέλλον». Σίγουρα έχουμε πολλά να πούμε ακόμα, ενώ το μέλλον το διαμορφώνουμε εμείς, σε κάθε μικρή ή μεγάλη στιγμή αγώνα, τώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου