Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Καριερίστες στα... οδοφράγματα



Το κάτι παραπάνω από ενδιαφέρον κείμενο αυτό πιάνει μια σειρά από ζητήματα γύρω από την ταξική σύνθεση των εργαζόμενων στο σύγχρονο μεταφορντικό/κοινωνικό πανεπιστήμιο (από εδώ και πέρα Πανεπιστήμιο Α.Ε.), που δυστυχώς απέχουν a million miles away από τις ταξικές – κινηματικές απαντήσεις που δίνουν τα ίδια υποκείμενα εντός αυτού (π.χ. πρόσφατες φοιτητικές καταλήψεις).

Αυτό όμως αναγνωρίζεται κι ως το πιο ενδιαφέρον διακύβευμα: αν είναι να οργανωθούν συλλογικά αυτές οι απαντήσεις, αυτές θα προκύπτουν από τις ίδιες τις εργασιακές εμπειρίες των εργαζόμενων στην Πανεπιστήμιο Α.Ε. και θα πηγάζουν από τις ήδη υπαρκτές μοριακές εμπειρίες άρνησης που σκιαγραφούνται κι από τον σύντροφο Συμεών Βάταλο. Σίγουρα, όμως, οι σύγχρονες εργατικές απαντήσεις στην Πανεπιστήμιο Α.Ε. δεν θα έχουν σχέση με τις εκτός τόπου και χρόνου πολιτικές κατευθύνσεις της φοιτητικής αριστεράς (πτυχία με αξία, μόνιμη και σταθερή εργασία), αλλά ούτε και με μαγικές απαντήσεις που εν είδη τσιτάτου πολλές φορές δίνουμε τα ριζοσπαστικά υποκείμενα για να καλύψουμε το κενό μεταξύ της ταξικής πραγματικότητας και της αριστερής αερολογίας (π.χ. κοινωνικός μισθός), χωρίς να παρακολουθούμε την ίδια τη συγκρότηση των υποκειμένων σε αγωνιστικές κοινότητες οι οποίες διαμορφώνουν συνείδηση της κατάστασης τους τόσο κεντράροντας στους σωστούς στόχους, όσο και γνωρίζοντας τις αντιφάσεις τους.

Τι εννοώ; Μια απάντηση σε αυτή τη κατεύθυνση δόθηκε πρώτη φορά από κάποιες φοιτητικές μειοψηφίες στο φοιτητικό κίνημα του 2006-2007. Ξεκινώντας από την ίδια την εργασιακή εμπειρία του φοιτητή που δουλεύει ως «πρακτικάριος», δηλαδή απλήρωτος/κακοπληρωμένος σε θέσεις εργασίας επιχειρήσεων που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες «λάντζας» του τριτογενούς τομέα, έβαλαν το ζήτημα της κανονικής αμοιβής που αντιστοιχεί σε εργαζόμενους κι όχι σε μαθητευόμενους. Αυτή ήταν μια κίνηση με μεγαλύτερο κινηματικό αντίκτυπο απ’ ότι αναλογούσε σε μια μειοψηφία ενός πλειοψηφικά παρελθοντολογικού κινήματος, επειδή ακριβώς κέντραρε στο «μάτι του ταύρου» της Πανεπιστήμιο Α.Ε.: της ιδεολογίας ότι τα πρώτα χρόνια χρειάζεται να εργαστείς μόνος σου, καλύπτοντας εσύ (κι η οικογένεια σου) τα έξοδα επιβίωσης σου, σαν φοιτητής/επιχειρηματίας που αν έχει την «καλή ιδέα», τη «δημιουργικότητα» και το «καινοτόμο πνεύμα» που χρειάζεται, αυτά θα αναγνωριστούν στο μέλλον ως μια συσσώρευση εργασιακής εμπειρίας στο ατομικό βιογραφικό/προφίλ ή πτυχίο νέου τύπου (αυτό με τις πιστωτικές μονάδες) που θα έχεις δημιουργήσει.

Μια πρώτη προσέγγιση ότι όλα αυτά αποτελούν στην ουσία άμισθη εργασία και πλήρη μεταφορά του κόστους διαμόρφωσης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στις τσέπες των ίδιων των νέων εργαζομένων, δόθηκε, λοιπόν, από τότε και έβαλε τα πρώτα εργασιακά αναχώματα, σε επίπεδο προπτυχιακών φοιτητών, στα ιδεολογήματα της Πανεπιστήμιο Α.Ε., χωρίς όμως να αρκεί αυτό από μόνο του για μια κινηματική διεύρυνση και ωρίμανση σε επίπεδο αγώνων του ζητήματος. Γιατί π.χ. δεν είναι μόνο η φοιτητική «ψευδή συνείδηση», αλλά η ίδια η πραγματικότητα κάθε εργαζόμενου που αναζητώντας να γαντζωθεί σε μια θέση εργασίας τα πρώτα χρόνια καταπιέζει τις αρνήσεις του, προσπαθώντας να γίνει μέλος της εργασιακής κοινότητας, τη μόνη δύναμη που μπορεί να τον διασφαλίσει απέναντι στην εργοδοτική απειλή. Όμως, για να γίνει μέλος της εργασιακής κοινότητας πρέπει να κατακτήσει μια σταθερή θέση εργασίας και για να την κατακτήσει πρέπει να παράξει κάτι παραπάνω από αυτό που απαιτεί η επισφαλής θέση του. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο, ειδικά (δηλαδή μεταφορντιστικά) διαμορφωμένο για να εκτοπίζει τις εργασιακές αρνήσεις πριν ακόμα αυτές δημιουργηθούν. Και απέναντι σε αυτόν (σι-του) αφορισμοί του στυλ «είναι και πολύ χολέρα όποιος κυνηγά καριέρα» (από «ντούρες προλετάριες» που κάνουν 10 χρόνια να πάρουν το πτυχίο τους, μιας και ασχολούνται κυρίως με το να βρίζουν τους συμφοιτητές τους), περισσότερη σύγχυση δημιουργούν από αυτή που αντιμετωπίζουν.

Οι εργατικές αρνήσεις παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν, καλά κρυμμένες πίσω από το χαμογελαστό πέπλο της επιχείρησης, όπου «όλοι είμαστε μια οικογένεια». Οι «γκρινιάρηδες» που αποπέμπονται («γιατί δεν ταιριάζουν με το πνεύμα της επιχείρησης») αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου αυτών. Στη βάση του πολύ πιθανόν να ανακαλύψουμε μια νοσταλγία του ίδιου του υποκειμένου για το προηγούμενο καθεστώς παραγωγής (φορντισμός), όπου οι απαιτήσεις ήταν πιο απλές (εντολή-εκτέλεση), αμείβονταν όσο αμείβονταν και δεν απαιτούσαν παραπάνω φαιά ουσία κι άγχος για «καινοτομίες» και «δημιουργικότητα» (μπορούμε να κωδικοποιήσουμε την αντίδραση κι ως «γαμώ το ’68 μου, γαμώ»). Αυτή η νοσταλγική αντίδραση μπορεί να γειωθεί στην «διακριτική» απαίτηση για συγκεκριμενοποίηση των καθηκόντων που απαιτούνται, χωρίς σε καμία περίπτωση να δοθεί η εντύπωση ότι ο εργαζόμενος βαριέται να δουλέψει… Αλλιώς η «φορντιστική νοσταλγία» καταλήγει μια φαντασιακή υπεκφυγή, αφού οι περισσότερες δουλειές σήμερα απαιτούν πολλά παραπάνω από την απλή εκτέλεση εντολών. Ναι κι όμως, παρά το φαντασιακό πολλών «χωρικών» για το σύγχρονο «ανειδίκευτο» προλεταριάτο που εξαντλείται στη φιγούρα του κούριερ και του σερβιτόρου, κι αυτοί/ες ακόμα, αν δεν χαμογελάνε στον πελάτη ή δεν επιδείξουν ευδιαθεσία και επιχειρηματικό πνεύμα, δύσκολα θα στεριώσουν στο κουρμπέτι. Όσο για τις καθαρίστριες, όσοι είχαμε την εμπειρία να τις συναντήσουμε εκείνους τους πρώτους μήνες του 2009 (και στους αγώνες που ακολούθησαν), θυμόμαστε πολύ καλά τα λόγια τους «εμείς παιδάκι μου δουλεύουμε για 500-600 ευρώ γιατί θέλουμε τα παιδιά μας να σπουδάσουν σαν κι εσάς». «Εμάς» που επίσης παίρναμε 500-600 ευρώ, αλλά έχουμε ψυχολογικά προβλήματα λόγω ακριβώς της συμβολικής αξίας που φέρουν οι σπουδές μας.

Μήπως όμως, αντί να νοσταλγούμε το παρελθόν, μπορούμε να εκφράσουμε καλύτερα τις εργατικές αρνήσεις μέσα από τα «καριερίστικα» εργαλεία του παρόντος; Ας πάρουμε για παράδειγμα το τρισκατάρατο Facebook. Είτε το θέλουμε είτε όχι, το ιντερνετικό προφίλ και η κοινωνική δικτύωση αποτελούν πλέον τυπικές ή άτυπες απαιτήσεις των αφεντικών σε τέτοιες θέσεις εργασίας (στη Πανεπιστήμιο Α.Ε. κι εκτός αυτής). Έτσι δημιουργείται μια κατάσταση όπου ουσιαστικά δουλεύεις κι όταν ακόμα δε δουλεύεις, προσπαθώντας να συντηρήσεις το απαιτούμενο εργασιακό προφίλ, και (πιστέψτε με!) το κάνεις ακόμα κι αν έχεις εντρυφήσει σε όλη την καταστασιακή βιβλιογραφία για τον «κόσμο του θεάματος». Ταυτόχρονα όμως η κοινωνική δικτύωση αποτελεί το νο1 όπλο των γνωσιακών/πληροφοριακών εργατών για να λουφάρουν συνεχώς εν ώρα εργασίας, κοινωνικοποιούμενοι με (μακρινούς και κοντινούς) συναδελφους τους και ταυτόχρονα ρίχνοντας τον ρυθμό της απαιτούμενης παραγωγικότητας. Όπως μάλιστα δείχνει η διεθνή κινηματική εμπειρία του τρέχοντος έτος, αυτό το διαλομηχάνημα του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, αποτέλεσε και το νο1 όπλο συντονισμού αυτών των υποκειμένων για να συναντηθούν πέρα από τον κόσμο του ίντερνετ, σε πλατείες και δρόμους, και να ταρακουνήσουν για άλλη μια φορά το σύμπαν.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Για τις τέσσερις μέρες χωρίς τη φωνή της Τρέμη και του Πρετεντέρη


Δευτέρα 8 ώρες, Τρίτη 8 ώρες, Τετάρτη 8 ώρες, Πέμπτη 8 ώρες, Παρασκευή 8 ώρες, Σάββατο 8 ώρες βάρδια μέχρι τις 23:00 και μου άλλαξε και την Κυριακή και με έβαλε πρωί, πάει το Σαββατόβραδο, Κυριακή 8 ώρες και μετά κατευθείαν ύπνος,  Δευτέρα 8 ώρες, Τρίτη 8 ώρες, Τετάρτη 8 ώρες, Πέμπτη 8 ώρες, Παρασκευή 8 ώρες, πέρασε κι αυτό το 12ήμερο επιτέλους 2 ημέρες ρεπό, Δευτέρα 8 ώρες, πολύ γρήγορα πέρασε κι αυτό το Σ/Κ πάμε πάλι 12ημερο… Κι όλα αυτά για 500-600 «μαύρα» ευρώ το μήνα ή «μπλοκάκι», χωρίς ένσημα, επιδόματα, νυχτερινά, υπερωρίες αργίες, συνδικαλιστικά δικαιώματα, αποζημίωση απόλυσης…

Αυτή είναι πάνω-κάτω η συνθήκη εργασίας σε δημοσιογραφικά sites-portals, όπου η μονοτονία της fast-food αντιγραφής ειδήσεων από τα κεντρικά πρακτορεία πάει πακέτο με την μονοτονία της μισθωτής σκλαβιάς για έναν μισθό πείνας. Κι αν για πολλούς άλλους εργαζόμενους η υγιής σκέψη είναι «γιατί δεν πάς να μαζεύεις πορτοκάλια στο Ναύπλιο καλύτερα», για τα αφεντικά των ΜΜΕ η μόνη σκέψη είναι «πώς θα κάνουμε και τους άλλους εργαζόμενους να δουλεύουν τόσο πολύ για τόσα λίγα, τώρα που οι εφημερίδες κλείνουν και τα διαδικτυακά ΜΜΕ ανθίζουν;». Κι η απάντηση που οι ίδιοι δίνουν, είναι κατ’ αρχήν χτυπώντας τις υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις, για τις οποίες τα ίδια τα συντεχνιακά σωματεία του κλάδου έχουν φροντίσει να καλύπτουν ένα μικρό ποσοστό εργαζομένων και όχι την πλειοψηφία των εργαζομένων είτε στο διαδίκτυο, είτε σε άλλες επισφαλείς θέσεις εργασίας.

Έτσι τα αφεντικά την φετινή χρονιά αρνούνται να υπογράψουν συλλογικές συμβάσεις με τα σωματεία, δέχονται μόνο σε περίπτωση που αυτά αποδεχθούν μειώσεις μισθών 10-20%, εκ περιτροπής εργασία και κατακόρυφη μείωση των αποδοχών για την εργασία τις Κυριακές. Ταυτόχρονα βάζουν «λουκέτο» σε αρκετά «μαγαζιά» (π.χ. Ελεύθερος Τύπος, Απογευματινή, Voyager, Alter κ.α.) προχωρούν σε μαζικές απολύσεις εργαζομένων με ιδιαίτερη προτίμηση σε όσους συνδικαλίζονται και αντιστέκονται (π.χ. Αττικές Εκδόσεις, Imaco) και υπό καθεστώς εργοδοτικής τρομοκρατίας ζητούν από τους «τυχερούς» που μένουν να υπογράψουν ατομικές/επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας με μειώσεις μισθών και θεσμοθέτηση της εκ περιτροπής εργασίας (ΣΚΑΪ, Αττικές Εκδόσεις, Έθνος κ.α.).

Το μέγεθος της εργοδοτικής επίθεσης είναι τόσο μεγάλο, που η βάση των εργαζόμενων στα Media (συντάκτες, τεχνικοί, διοικητικοί, τυπογράφοι κ.α.) άρχισε να πιέζει με διάφορες μορφές την συνδικαλιστική γραφειοκρατία του κλάδου για σοβαρές κινητοποιήσεις (με κορύφωση τον προπηλακισμό του πρόεδρου της ΕΣΗΕΑ και γνωστού μπατσοσυντάκτη Πάνου Σόμπολου κατά την διάρκεια της απεργιακής πορείας στις 30/11). Αυτή η πίεση οδήγησε στην πρώτη 48ώρη απεργία σε όλα τα ΜΜΕ στις 17 και 18/12, ως απάντηση και στις εργοδοτικές κινήσεις που είχαν αναπτυχθεί το προηγούμενο διάστημα σε Πήγασο και ΔΟΛ. Τότε, (τον Οκτώβριο) οι δημοσιογράφοι του Έθνους και του Βήματος είχαν ψηφίσει κατά των 48ώρων απεργιών στα μαγαζιά τους που είχε αποφασίσει η ΕΣΗΕΑ ενάντια στις απολύσεις και υπέρ της 48ώρης απεργίας σε όλο τον κλάδο. Όταν βέβαια κηρύχθηκε η 48ώρη απεργία σε όλα τα ΜΜΕ, πολλοί εργοδότες πάλι φρόντισαν να συσπειρώσουν τους εργαζόμενους σε απεργοσπαστική κατεύθυνση, στην λογική «η απεργία είναι ‘τυφλή’, χτυπάει και όσους δεν απολύουν και θέλουν συλλογικές συμβάσεις», με πρωτοστατούσα στην απεργοσπασία την γενική συνέλευση των δημοσιογράφων της «αριστερής και αντιμνημονιακής» Ελευθεροτυπίας. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το οποίο σιγοντάρισε η ξεπουληματική τακτική της ΕΣΗΕΑ και η απουσία οποιαδήποτε λογικής απεργιακής περιφρούρησης, η πρώτη προσπάθεια για μπλοκάρισμα των κερδοφόρων κυριακάτικων εκδόσεων απέτυχε εν πολλοίς (τα φύλλα απλώς κυκλοφόρησαν Παρασκευή) και ενίσχυσε το κλίμα αντισυνδικαλιστικής ηττοπάθειας στους χώρους εργασίας.

Η επόμενη απάντηση ήταν η προκήρυξη δυο συνεχόμενων 48ώρων απεργιών από 07 ως 10/04, πάλι υπό την πίεση της βάσης των 13 σωματείων στο χώρο των ΜΜΕ που σε απεργιακή συνέλευση στο γήπεδο του «Πανελληνίου» (17/03) ζητούσαν «απεργία διαρκείας». Η συγκεκριμένη 4ήμερη απεργία πάλι δεν εμπόδισε τα αφεντικά να κυκλοφορήσουν τα κυριακάτικα φύλλα τους νωρίτερα (από Πέμπτη, την πρώτη ημέρα της απεργίας), όμως αυτή την φορά η πτώση στις πωλήσεις, η απαξίωση του κοινού για τις «μπαγιάτικες» εκδόσεις σε συνδυασμό με το γενικό 4ήμερο μπλακ άουτ στην πληροφόρηση, οδήγησε σε σημαντική απώλεια διαφημιστικών εσόδων, προειδοποιώντας έτσι τα αφεντικά για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στις τσέπες του η απεργιακή οργάνωση των εργαζομένων.

Ταυτόχρονα, ένα μειοψηφικό κομμάτι της βάσης των εργαζομένων ανέλαβε τον συντονισμό της απεργιακής περιφρούρησης σε χώρους όπου η εργοδοτική τρομοκρατία συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος στην απεργία. Σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. Αττικές Εκδόσεις) η «σκληρή» περιφρούρηση αποδείχτηκε αποτελεσματική στο να δώσει το αγωνιστικό  μήνυμα σε αφεντικά, απεργοσπάστες κι εργαζομένους. Σε άλλες περιπτώσεις η «χαλαρή» περιφρούρηση συνεπαγόταν οι απεργοί να αποξενώνονται από ένα μέσο πάλης  που έχει ως σκοπό την σύγκρουση με στελέχη και απεργοσπάστες συναδέλφους κι όχι την συνεννόηση με αυτούς για να ρυθμιστούν τα προβλήματα που προκαλούνται στην λειτουργία της επιχείρησης.

Οι (δεξιοί και αριστεροί) εργατοπατέρες επίσης έδειξαν το ενδιαφέρον τους για την πρακτική οργάνωση και επιτυχία της απεργίας με το να καλούν σε απεργιακή πορεία το πρωί της πρώτης μέρας, την ώρα δηλαδή που κρίνονται πολλές από τις μάχες της εισόδου ή μη απεργοσπαστών στους χώρους εργασίας. Και ήταν πάλι η πίεση αγωνιστικού κομματιού της βάσης (κυρίως της «συνέλευσης έμμισθων, άμισθων, ‘μπλοκάκηδων’, ‘μαύρων’, ανέργων και φοιτητών στα ΜΜΕ», που προέκυψε από την κατάληψη στην ΕΣΗΕΑ τον Γενάρη του 2009) στα όργανα λήψης αποφάσεων των εργατοπατέρων που απέστρεψε αυτή την καταστροφική κίνηση. Η πίεση της βάσης των απεργών ήταν επίσης που απέτρεψε την έκδοση Δευτεριάτικων φύλλων, όταν οι εργαζόμενοι καλούνταν από τα αφεντικά να δουλέψουν από τις 6:00 το πρωί της Δευτέρας (επόμενη μέρα της τετραήμερης) και η ΕΣΗΕΑ αναγκάστηκε να παρατείνει την απεργία καλώντας σε 6ώρη στάση εργασίας για εκείνη την ημέρα.

Αν οι εργατοπατέρες ζουν σε μια παράλληλη πραγματικότητα σε σχέση με τους εργαζόμενους που εκπροσωπούν και δεσμεύονται από την ψήφο τους (πλησιάζει και η ώρα των συνδικαλιστικών εκλογών άλλωστε…), δεν μπορεί παρά να δημιουργείται ένα χάσμα σε σχέση με το μεγάλο κομμάτι των «αόρατων» εργαζόμενων στα διαδικτυακά sites/portals. Η ΕΣΗΕΑ θυμάται τους συγκεκριμένους εργαζόμενους μόνο όταν καλεί απεργίες, ενώ όλο το υπόλοιπο διάστημα τους αρνείται τα συνδικαλιστικά και ασφαλιστικά δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητα του συντάκτη, κρατώντας κλειστές τις συντεχνιακές της πύλες έτσι ώστε να μην μοιράζεται μαζί τους τις εισφορές από το αγγελιόσημο (ένα ποσοστό από τα διαφημιστικά έσοδα που καταβάλλεται στο ασφαλιστικό ταμείο της ΕΣΗΕΑ). Η συντεχνιακή και αντισυναδελφική δομή και λειτουργία της ΕΣΗΕΑ (και όχι μόνο) βολεύει τα μάλα τα αφεντικά των sites, που ενώ δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να αναγνωριστούν οι «είλωτες» τους ως συντάκτες, να τους πληρώνουν όσα δικαιούνται βάσει των ανάλογων συλλογικών συμβάσεων και να τους δίνουν μερίδιο των διαφημιστικών εσόδων, φροντίζουν (με πρώτο διδάξαντα τον Τριανταφυλλόπουλο) να στρέφουν την απέχθεια των εργαζομένων στα sites απέναντι στους εργατοπατέρες σε απεργοσπαστική κατεύθυνση. Έτσι, όσοι πληροφοριακοί εργάτες των sites θέλουν να απεργήσουν δεν μπορούν λόγω της απειλής της απόλυσης και της μη συνδικαλιστικής κάλυψης και οι υπόλοιποι θεωρούν ότι μέσω της απεργοσπασίας πιέζουν την ΕΣΗΕΑ να τους αναγνωρίσει. Το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα είναι ότι τα αφεντικά των sites τρίβουν τα χέρια τους μιας και αυτά γεύονται χιλιάδες κλικ λειτουργώντας κανονικά εν μέσω απεργίας.

Εντέλει, στον αγώνα των εργαζομένων στα ΜΜΕ συναντάμε τις αντιφάσεις και τις προοπτικές που συναντάμε και στους αγώνες της υπόλοιπης εργατικής τάξης του τριτογενή τομέα. Από τη μία ριζοσπαστικοποίηση στα μέσα πάλης που αποκτούν χαρακτηριστικά διαρκείας και ξεφεύγουν από τα 24ωρα απεργιακά πυροτεχνήματα των γραφειοκρατών, από την άλλη συντεχνιακή δομή, οργάνωση και προοπτική του αγώνα που αποκλείει τη διερεύνηση του. Μια αντίφαση που σχετίζεται με την παραγωγική δύναμη των πληροφοριακών εργατών του 21ου αιώνα και τον διαχωρισμό της από την συνδικαλιστική τους δύναμη: Όσο οι τεχνολογίες και τα πληροφοριακά συστήματα ενσωματώνουν κομμάτι νεκρής εργασίας του παρελθόντος, άλλο τόσο η ολοένα και πιο κερδοφόρα λειτουργία τους εξαρτάται από την ζωντανή εργασία αυτών που τα χειρίζονται. Το κεφάλαιο εξαρτάται όλο και περισσότερο από την παραγωγική δύναμη των σύγχρονων εργατών, αλλά ταυτόχρονα τους έχει υπαγάγει άμεσα στην λογική του, τους έχει εξειδικεύσει, τους έχει εξατομικεύσει στον τρόπο διαπραγμάτευσης της σχέσης τους και τους έχει διαχωρίσει /απομονώσει σε παραγωγικούς τομείς, έτσι ώστε την στιγμή της μεγαλύτερης επίθεσης του κεφαλαίου στην αξία της εργατικής δύναμης, οι δυνάμεις που την υπερασπίζονται να βγάζουν στον αγώνα όλες τις αντιφάσεις της ως κομμάτι της σχέσης κεφάλαιο.

Παρ’ όλα αυτά, είναι μέσα από την παραγωγική δύναμη της αλλοτριωμένης εργασίας που αναδύονται πρωτόγνωρες δυναμικές, όταν αυτή οργανώνεται ενάντια στην ολοένα και πιο ολοκληρωτική λειτουργία του κεφαλαίου, όπως φάνηκε και από το τετραήμερο black out στην ενημέρωση. Ένα από τα μεγαλύτερα ζητούμενα είναι η απεργιακή/ταξική οργάνωση αυτής της δύναμης, έτσι ώστε να ξεπερνά τον παραδοσιακό και ετοιμοθάνατο συνδικαλισμό και τους διαχωρισμούς του και να δημιουργεί συνδέσεις μεταξύ των κατακερματισμένων κομματιών της τάξης, που ενώ δέχονται συνολικά την επίθεση των αφεντικών, απαντάν διαχωρισμένα και ακολουθώντας το χρονοδιάγραμμα των αφεντικών. Ένα χρονοδιάγραμμα που θέλει τους εργαζόμενους στα ΜΜΕ να υποκύψουν πρώτοι στην ολοκληρωτική «κινεζοποίηση» του μνημονίου, έτσι ώστε οι εργοδότες/προϊστάμενοι τους να μπορούν αμέριμνοι να χρησιμοποιήσουν την λειτουργία των ΜΜΕ ως ιδεολογικών θεσμών του κράτους κόντρα στις αντιστάσεις της υπόλοιπης εργατικής τάξης.


Σκότωσε τη λογική του ΠΑΜΕ που έχεις μέσα στο σωματείο βάσης σου



Το παρακάτω κείμενο κατατέθηκε αρχικά στο εσωτερικό μια εργατικής συνέλευσης βάσης, ως συνεισφορά σε μια συζήτηση που έχει ανοίξει ξανά, το τελευταίο διάστημα, για κινήσεις συντονισμού και δικτύωσης σωματείων βάσης και εργατικών συνελεύσεων.

 

Κριση και εργατικη τάξη, πολιτικο και συνδικαλιστικο


Ένα από τα βασικά ζητήματα που μπαίνει πλαγίως ή ευθέως σε σωματεία βάσης/εργατικές συνελεύσεις είναι το ζήτημα της πολιτικοποίησης των εργατικών αγώνων απέναντι στην «επιτακτικότητα» της κρίσης και της επιταχυνόμενης χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους, της Ε.Ε. και του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, με την μορφή που το ξέραμε ως τώρα. Ειδικότερα, κάποια σωματεία βάσης/εργατικές συνελεύσεις κατέβηκαν συντονισμένα στην τελευταία 48ώρη απεργία με ένα (υπερ)πολιτικοποιημένο πανό που ανέφερε «απέναντι στο κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, μόνη λύση η κοινωνική επανάσταση». Αν και κανείς δεν διαφωνεί ότι με το μνημόνιο συντελείται πλαγίως ή θα συντελεστεί όλο και πιο ευθέως ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα (ενώ πιο πριν η κοινοβουλευτική ομαλότητα μας έκανε;), ούτε ότι υπάρχει κάποια άλλη λύση πέρα από την κοινωνική επανάσταση (το ίδιο πιστεύουν και οι ΣΕΚίτες άλλωστε), το συγκεκριμένο πανό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μια (χ,ψ,ω) πολιτική αντίληψη έρχεται να «καπελώσει» την ταξική πραγματικότητα που βιώνουμε και απέναντι στην οποία αντιδρούμε.

Τα τελευταία δυο χρόνια έχουν ξεσπάσει μια σειρά μικρών και μεγάλων εργατικών αγώνων που ξεκινούν από κλασσικά μισθολογικά, συνδικαλιστικά, κλαδικά ή και συντεχνιακά ζητήματα: Υπεράσπιση συλλογικών συμβάσεων, αγώνες ενάντια στις απολύσεις, στις περικοπές μισθών κτλ. Το υλικό διακύβευμα πίσω από αυτούς τους αγώνες παραμένει «κλασσικά» εργατικό: Μισθοί και ένσημα, άμεσος και έμμεσος μισθός. Τέτοιοι αγώνες γίνονταν και πριν την κρίση, μερικοί μάλιστα κατάφερναν και  σχετικές υλικές νίκες μέσω της συνδικαλιστικής διαμεσολάβησης (π.χ. η εμπειρία της υπογραφής συλλογικής σύμβασης από το πρωτοβάθμιο σωματείο των βιβλιοϋπαλλήλων, οι αγώνες των μεταναστών εργατών στην Μανωλάδα, ή σε μαζικότερο επίπεδο η απόσυρση του ασφαλιστικού του Γιαννίτση το 2001). Το διαφορετικό με την κρίση είναι ακριβώς ότι έχουμε μια γενικευμένη επίθεση «σοκ» πάνω σε όλα αυτά τα εδάφη εργατικής αντίστασης, όπου πλέον η αστική τάξη μας δηλώνει ότι αλλάζει το προηγούμενο καθεστώς όπου δεχόταν κι αυτή υποχωρήσεις πάνω σε τέτοια διακυβεύματα (ανάλογα πάντα με την δύναμη του αγώνα που εκφράζαμε ως εργάτες) και ότι από εδώ και στο εξής, όχι μόνο δεν υποχωρεί μπροστά σε κανέναν συνδικαλιστικό αγώνα, αλλά επιπλέον θα επιβάλλει «κινεζοποίηση» στο μισθό του συνόλου της εργατικής τάξης.

Το σημαντικό όμως είναι ότι ταξικοί αγώνες υπήρχαν και προ κρίσης και δεν είναι καθόλου άσχετοι με το ξέσπασμα της κρίσης. Η αστική τάξη αναγνώριζε ένα συγκεκριμένο συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας που της έδινε μεν την δυνατότητα να πλουτίζει πάνω στις ζωές μας, απαιτούσε δε κάποιες υποχωρήσεις που πήγαιναν πίσω την ανάγκη για κερδοφορία του κεφαλαίου, λόγω της ανάγκης εκμαίευσης της συναίνεσης της εργατικής τάξης, που (όπως πάντα υπερβολική) ήθελε και αυτή να καταναλώνει και να ζει τον «μύθο» της τα χρυσά εκείνα χρόνια του ’90-’00. Το «χάσμα» ανάμεσα στις (ρητές και άρρητες, ατομικές και συλλογικές) απαιτήσεις της εργατικής τάξης και στις ανάγκες του κεφαλαίου καλυπτόταν μέσω της γιγάντωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα και την καταφυγή στον δανεισμό, σε μια υπόσχεση δηλαδή της εργατικής τάξης προς το κεφάλαιο του στυλ «δώσε μου τα λεφτά που έχω ανάγκη για να καταναλώνω, αφού έχεις σταματήσει εδώ και δεκαετίες τις αυξήσεις στους μισθούς, κι εγώ σου υπόσχομαι θα συνεχίσω να δουλεύω εντατικά». Μην παρεξηγηθούμε. Δεν υποστηρίζουμε ούτε ότι η εργατική τάξη είναι ένα ενιαίο σώμα, χωρίς (μισθολογικές, κλαδικές, εθνικές, έμφυλες κτλ.) διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της και με ενιαία συνείδηση της συλλογικής της δύναμης, ούτε ότι η πλειοψηφία της καλοπερνούσε τις προηγούμενες δεκαετίες, ούτε ότι είχαμε μια οργανωμένη ανάπτυξη ταξικών αγώνων που να διαρρηγνύει την ηγεμονία των (μικρο)αστικών ιδεών σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής (πόσο μάλλον να θέτει επαναστατικά ζητήματα). Υποστηρίζουμε απλώς ότι οι («ορατοί» και «αόρατοι») αμυντικοί αγώνες που ξεσπούσαν σε συλλογικό επίπεδο όποτε το κεφάλαιο ζητούσε πιο εντατικοποιημένη εργασία, ή η απλή εμπειρία κάθε εργαζόμενου που έχει κάνει τέχνη το να δουλεύει όσο το δυνατόν λιγότερο κατά την διάρκεια του 8ώρου, έδειχναν στο κεφάλαιο ότι η συγχρονη εργατική τάξη δεν ήταν και πολύ φερέγγυα στην υπόσχεση της για παραπάνω εργασία, αφού νοιαζόταν μόνο για την κατανάλωση κι όχι για την αύξηση της παραγωγικότητας.

Τ’ ότι η κρίση σχετίζεται με τους αγώνες και τις αρνήσεις μας, δεν αναφέρεται επίσης ούτε για ακαδημαϊκούς λόγους, και σίγουρα όχι για να αυτοενοχοποιηθούμε ότι «μαζί τα φάγαμε». Αναφέρεται γιατί αποδεικνύει την άμεση σύνδεση του πιο μικρού συνδικαλιστικού και «χυδαία» μισθολογικού αγώνα με το τεράστιο πολιτικό ζήτημα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Ότι δηλαδή ο συνδικαλιστικός/μισθολογικός αγώνας είναι από την φύση του και πολιτικός αγώνας, δεν είναι απλά οικονομικός αγώνας. Η αριστερά δεν είχε, ούτε έχει την ίδια γνώμη: Στους μισθολογικούς αγώνες της εργατικής τάξης βλέπει, σύμφωνα με τον γερομούμια-Ίλιτς, ένα κατώτερο επίπεδο συνείδησης, την συνδικαλιστική συνείδηση, που αδυνατεί να ξεπεράσει το οικονομικό επίπεδο και να θέσει ζήτημα επαναστατικής ανατροπής, πράγμα που μπορεί να κάνει μόνο το Κόμμα, που ως γνωστόν κατέχει την γνώση της κίνησης του σύμπαντος μέσω του ιστορικού υλισμού. Οπότε και τώρα στην κρίση βλέπει μόνο μια συνωμοσία του «κακού» κεφαλαίου, άσχετη με τις «ρεφορμιστικές» διεκδικήσεις της εργατικής τάξης. Και εφ’ όσον θεωρεί ότι ως τώρα η εργατική τάξη δεν λειτουργούσε επαναστατικά, για  να τεθεί ζήτημα επανάστασης πρέπει η εργατική τάξη να μάθει μέσω της κομματικής προπαγάνδας να ξεφύγει από τους οικονομικούς αγώνες και να βάλει τα σωστά πολιτικά πλαίσια για  «λαϊκή/εργατική οικονομική/εξουσία», «έξοδο από την ευρωζώνη» κι άλλα κουλά.

Αντίθετα, κάποιοι/ες υποστηρίζουμε ότι η εμπειρία των τελευταίων 2 χρόνων δείχνει ότι η εργατική τάξη εκκινούμενη από μισθολογικές και «κλασσικά εργατικές» διεκδικήσεις, αναγκάζεται να τοποθετείται όλο και πιο πολιτικοποιημένα, ριζοσπαστικά και επαναστατικά σε σχέση με την εξέλιξη της κρίσης. Όταν π.χ. οι εργαζόμενοι στις απογραφές απαιτούν  την αποπληρωμή των 500-600 ευρώ που δούλεψαν και δεν πληρώθηκαν, βλέπουν ότι ίσως χρειαστεί να τα βάλουν με την ευρύτερη στρατηγική του ΔΝΤ για στάση πληρωμών σε μισθούς και συντάξεις του δημοσίου (βλ. http://protovouliapografi.wordpress.com). Διεκδικώντας οι εργαζόμενοι του Κοτρώτσου τα δεδουλευμένα τους αναγνωρίζουν τα «λαμόγια» που τόσα χρόνια εκμεταλλεύονται τους εργαζομένους (βλ. http://katalipsiesiea.blogspot.com/2011/09/blog-post_3143.html). Διεκδικώντας οι εργαζόμενοι στα ΜΜΜ ή στους ΟΤΑ να αποσυρθεί το πολυνομοσχέδιο για να υπερασπιστούν τους μισθούς τους και τις θέσεις εργασίας τους, καταλαβαίνουν ότι πρέπει να αγωνιστούν μαζί με το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας ενάντια στην χούντα τρόικας και ελληνικού κράτους. Τα παραδείγματα είναι άπειρα.

Κι όμως, το ζήτημα της πολιτικοποίησης των αγώνων μας συνήθως αντιμετωπίζεται ως κάτι διαχωρισμένο από τα κλασσικά συνδικαλιστικά που διεκδικούμε ως εργαζόμενοι, μισθούς, ένσημα, συντάξεις, συμβάσεις κτλ. Κι αυτό γιατί το κομμάτι εκείνο του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού/αυτόνομου χώρου που ασχολείται με τον συνδικαλισμό βάσης αντιμετωπίζει με έναν παρόμοιο λενινιστικό τρόπο (λογική ΠΑΜΕ) το ζήτημα: «καλή η δουλειά βάσης που κάνουμε, αλλά δεν φτάνει, πλέον χρειάζεται να συντονιστούμε όλοι μαζί σε κατεύθυνση μετώπου που θα μιλάει για επανάσταση». Και έτσι πάμε στο ψητό.

 

Νεα ταξικα υποκειμενα σε παλια πλαισια


Οι εργατικές συλλογικότητες που ψάχνουν τον δρόμο του συντονισμού είναι ένα καινούριο φαινόμενο στην εγχώρια ταξική πάλη. Εκφράζουν μια νέα προλεταριακή φιγούρα που έχει αρχίσει να οργανώνεται ταξικά -σε συνδικαλιστικό κι όχι μόνο επίπεδο- τα τελευταία 4-5 χρόνια. Αυτή η φιγούρα εκφράζει τα νεότερα προλεταριακά στρώματα του ιδιωτικού/τριτογενή τομέα που δουλεύουμε σε καθεστώς επισφάλειας και είμαστε αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων σε εργασία/εκπαίδευση που προώθησε ο «εκσυγχρονισμός» του ΠΑΣΟΚ (εκείνη την εποχή που ο σημερινός τραπεζίτης-πρωθυπουργός ήταν το δεξί χέρι του Σημίτη). Είναι ταυτόχρονα και αποτέλεσμα των αγώνων που δόθηκαν απέναντι σε αυτές τις αναδιαρθρώσεις, της κινηματικής κουλτούρας που απέκτησαν μέσα από αυτούς τους αγώνες, κουλτούρας σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένης από την κουλτούρα του α/α/α χώρου (αυτοοργάνωση, οριζόντιες δομές, αντιπληροφόρηση κτλ.) που ηγεμόνευε όλο και περισσότερο στους νεολαιίστικους αγώνες σε σχέση με την σαπίλα της αριστεράς.

Αυτή η κινηματική κουλτούρα ενώ έχει μεγαλύτερη εμπειρία οργάνωσης σε επίπεδα εκτός του χώρου εργασίας (πανεπιστήμια, γειτονιές, καταλήψεις κτλ.) μόλις την τελευταία 5ετία, αποκτάει εμπειρία από συνδικαλιστικούς αγώνες στον χώρο της παραγωγής, ενώ η εξέγερση του Δεκέμβρη (και οι ελλείψεις της) αποτέλεσε και τον καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη αυτής της τάσης. Η όποια δουλειά βάσης κάνουν οι διάφορες συλλογικότητες αυτής της τάσης αντιμετωπίζει 1002 δυσκολίες, αλλά όπου έχει γίνει με συνέπεια και αποφασιστικότητα, καρποφορεί σιγά-σιγά αποτελέσματα Και είναι αυτή η ίδια η εμπειρία αγώνα που συσσωρεύεται η οποία οδηγεί στην ωρίμανση της τάσης, στην ίδρυση νέων συλλογικοτήτων και στην ενδυνάμωση των παλιότερων. Ταυτόχρονα, αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η τάση βρίσκεται ακόμα σε εμβρυακό επίπεδο (κυριολεκτικά): Κάνει τα πρώτα της βήματα, αρχίζει να αρθρώνει κάποιες λέξεις, ψιλοαποκτάει συνείδηση της ύπαρξης της, αλλά αντιμετωπίζει ακόμα τις «παιδικές αρρώστιες» της ιδεολογικής μήτρας του, του α/α/α χώρου: Ανυπομονησία, καταφυγή στον ακτιβισμό, ιδεολογική καθαρότητα, μικρομεγαλισμός, σεχταρισμός, εμμονή στην προτεραιότητα της πολιτικής ταυτότητας έναντι της ταξικής, αδυναμία απεύθυνσης σε άλλους εργαζόμενους που δεν φέρουν τα «επαναστατικά χαρακτηριστικά» των Εξαρχείων.

Η δουλειά βάσης, λοιπόν, που γίνεται έχει ακόμα αρκετά προβληματικά σημεία, γι’ αυτό και μέχρι στιγμής αυτή η τάση εκφράζει μια οικτρή μειοψηφία πολιτικοποιημένων εργαζομένων, την στιγμή που είναι ευδιάκριτο ότι όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι ψάχνουν νέους τρόπους οργάνωσης απέναντι στην επίθεση των αφεντικών. Αυτά τα προβλήματα δεν θα αντιμετωπιστούν με μετωπικά «επαναστατικά» σχήματα που κάνουν πώς δεν τα βλέπουν: Πώς μπορούμε να μιλάμε για επανάσταση σε κάθε 24ωρο ή 48ώρο πυροτέχνημα των ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ όταν η πλειοψηφία των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα δεν μπορεί να απεργήσει; Πώς ζητάμε οργάνωση σε σωματεία βάσης όταν όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αποκτούν μια μη σταθερή και θεσμικά/συνδικαλιστικά ακάλυπτη σχέση με την εργασία τους; Χωρίς συλλογικές συμβάσεις, ποιο το θεσμικό νόημα ύπαρξης των συνδικάτων;  Μπορούν οι συνδικαλιστικές δομές να απαντήσουν στα πρακτικά ζητήματα επιβίωσης που δημιουργεί η ανεργία και η επισφάλεια ή τα θεωρούμε αυτά τα ζητήματα άσχετα με τις δομές μας και τους εργατικούς αγώνες;

Απέναντι σε αυτά τα ερωτήματα η απάντηση που δίνεται από μια συγκεκριμένη μερίδα αυτής της τάσης είναι η καταφυγή στις οργανωτικές δομές του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, απλώς με μαυροκόκκινο πολιτικό πλαίσιο: Σωματείο, συντονισμός σωματείων (όπου όσο και να αυξάνονται οι υπογραφές οι πραγματικοί συμμετέχοντες παραμένουν οι ίδιοι). εργατικό κέντρο, ομοσπονδία, συνέδρια, διακηρύξεις κτλ. Το όλο πρόβλημα παρουσιάζεται ως ιδεολογικό και οργανωτικό πρόβλημα: ότι ως τώρα οι αγώνες των εργαζομένων δεν κατάφερναν και πολλά (που δεν ισχύει), γιατί υπήρχαν οι εργατοπατέρες και ο επίσημος συνδικαλισμός, ενώ αν κυριαρχήσει το μοντέλο των σωματείων βάσης όλα θα προχωρήσουν με ένα μαγικό τρόπο. Την στιγμή που οι παραδοσιακές συνδικαλιστικές δομές οργάνωσης των εργαζομένων αδυνατούν εκ φύσεως να απαντήσουν στα προβλήματα που μπαίνουν από τα νέα χαρακτηριστικά εργασιακής επισφάλειας που αντιμετωπίζουμε, η «μεγαλειώδης» απάντηση που δίνεται από κάποιους είναι να γυρίσουμε στις παλιές και όλο και περισσότερο ξεπερασμένες από την καπιταλιστική αναδιάρθρωση δομές. Αυτή η απάντηση, πέρα από τ’ ότι απαξιώνει την συνδικαλιστική – κινηματική δουλειά των όλο και περισσότερων συλλογικοτήτων που λειτουργούν με χαρακτηριστικά ανοιχτής συνέλευσης κι όχι θεσμικού σωματείου, μοιάζει πολύ με την λογική του ΠΑΜΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα: «Η ΓΣΕΕ είναι ξεπουλημένη, πρέπει να φτιάξουμε μια δικιά μας ΓΣΕΕ που να έχει το σωστό πολιτικό πλαίσιο και η οποία θα οργανώσει τα μέλη του κόμματος και τους φίλους, συμπαθούντες αυτού σε επαναστατική κατεύθυνση»

Η άλλη λογική που εκφράζεται μέσα από τους αγώνες αυτής της τάσης κι όχι από κάποιο συγκροτημένο πόλο, όπως γίνεται με την «λογική ΠΑΜΕ», είναι να δώσουμε χρόνο στα νέα υποκείμενα να οργανωθούν -και θεσμικά αν χρειάζεται αλλά κυρίως κινηματικά-, να ανοίξουν οι δομές τους και να πάψουν να αποτελούν εργατικά παραρτήματα του α/α/α χώρου, να μάθουν από τις αδυναμίες τους και βεβαίως να συντονιστούν σε επίπεδο καθημερινής και αυτόνομης ταξικής πάλης κι όχι μόνο των κεντρικών πολιτικών ραντεβού. Αυτή η λογική πολλές φορές αντιμετωπίζεται ειρωνικά ως «ψυχοθεραπεία» των κινηματιών εργατών που επιλέγουν χρόνια την «δουλειά μυρμηγκιού». Η αλήθεια όμως είναι ότι η «δουλειά μυρμηγκιού» πριν χρόνια δεν είχε τα αποτελέσματα που βλέπουμε ότι καρποφορεί τα τελευταία χρόνια, λόγω της κρίσης και των ζητημάτων που αυτή θέτει. Το να συντονιστούν οι υπάρχουσες δομές σημαίνει επίσης να ψάξουν τους πάμπολλους (αόρατους) εργατικούς αγώνες που ξεσπάνε εδώ κι εκεί, χωρίς το πολιτικό πλαίσιο του α/α/α χώρου (αντιεραρχία, αντιμμε, αντιρατσισμός κτλ.) και να έρθουν σε επαφή μαζί τους, να τους βοηθήσουν να συνδεθούν με τους αγώνες άλλων κλάδων κι όχι να τους καλέσουν σε μια «πανηγυρική συνδιάσκεψη στο Σπόρτινγκ» που θα εγκρίνει το «αυτοοργανωμένο» πολιτικό πλαίσιο. Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι μετά την (παταγώδη) αποτυχία της προσπάθειας για συγκρότηση ανοιχτής εργατικής συνέλευσης μετά τον Δεκέμβρη του 2008, δεν έχει υπάρξει καμιά κινηματική προσπάθεια εργατικής δικτύωσης με ανοιχτά χαρακτηριστικά που να προχωράει την υπόθεση μας, με αργά αλλά σταθερά βήματα.

 

Κι ενας «επιτακτικος» επιλογος


Υπάρχει, σίγουρα, και μια εύλογη απορία: «Καλά όλα αυτά τα μακροχρόνια της δουλειάς στην βάση, αλλά εδώ καταρρέει το σύμπαν, διαλύεται η ευρωζώνη, ποινικοποιείται ο συνδικαλισμός, μπαίνουμε σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης κι εμείς θα περιμένουμε πότε θα ωριμάσουμε ως νέα υποκείμενα». Αν και δεν πρέπει να απαξιώνουμε ούτε τις κινήσεις των αστρών ούτε τις προφητείες της συντρόφισσας Λίτσας Πατέρα για κατάρρευση του καπιταλισμού μέσα στα επόμενα χρόνια, κάποιοι εξακολουθούμε να πατάμε στην γη και να πιστεύουμε ότι αυτή η κατάρρευση θα έρθει ως αποτέλεσμα της ωρίμανσης των αγώνων της τάξης μας, κάποιοι εκ των οποίων εκφράζονται μέσα από τους χώρους εργασίας, κάποιοι άλλοι εκτός αυτών, στις γειτονιές, στις πλατείες, στις σχολές, στα σχολεία, στα γήπεδα, στους δημόσιους χώρους κτλ. Και αν από τη μια οι αγώνες στους χώρους της μισθωτής εργασίας παραμένουν εξαιρετικά σημαντικοί για οποιαδήποτε προσπάθεια επαναστατικής ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων, από την άλλη δεν πρέπει να υποτιμούμε και τους αγώνες στα πεδία αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, ιδιαίτερα σε μια συνθήκη με 1,5 εκατομμύρια ανέργους, 50% ανεργία στη νεολαία και αδυναμίας του μεγαλύτερου κομματιού της τάξης να ανταπεξέλθει οικονομικά στις απαιτήσεις της κρίσης

Σε αυτές τις συνθήκες, καλό είναι να είμαστε έτοιμοι για κοινωνικές εκρήξεις που δεν θα εκφράζονται μέσα από τις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις. Όμως επειδή κάποιοι/ες θα συνεχίζουν να εργάζονται για να συνεχίσει να υπάρχει το κεφάλαιο, ένα επιτακτικό ζήτημα που μπαίνει είναι να συνδεθούν οι δομές ταξικής οργάνωσης στους χώρους εργασία με τις ευρύτερες εξεγερσιακές διαδικασίες που εκτυλίσσονται εκτός αυτών. Δεν μιλάμε για σενάρια επιστημονικής φαντασίας, αλλά για πραγματικότητες που διαφαίνονται ήδη στους εν εξέλιξη ταξικούς αγώνες στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες: Στο Οκλαντ των ΗΠΑ ήταν μέσω αυτής της σύνδεσης των εκεί «αγανακτισμένων» με κινήσεις σε εργασιακούς χώρους (μέσω απόφασης λαϊκής συνέλευσης κι όχι των παρηκμασμένων συνδικαλιστικών ομοσπονδιών) που προσπαθήθηκε και πραγματοποιήθηκε (με σχετική επιτυχία) 24ωρη γενική απεργία στην πόλη και μπλοκάρισμα της παραγωγής. Εδώ στην Ελλάδα, οι υπάρχουσες συνδικαλιστικές δομές δείχνουν ότι μπορούν να προσφέρουν πολλά στην οργάνωση της μαζικής άρνησης πληρωμών των «χαράτσιων» και στις κινήσεις αυτομείωσης και οργάνωσης των ανέργων. Η λογική «άλλο οι πλατείες, άλλο οι χώροι εργασίας» εκφράζει μια παλαιού τύπου εργατίστικη αντίληψη, που φαντασιώνεται την ύπαρξη μιας βιομηχανικής εργατικής τάξης σαν αυτή των αρχών του 20ου αιώνα.

Εντέλει, μπορεί ο καπιταλισμός να σαπίζει αλλά έχει ταυτόχρονα την δυνατότητα να αναβάλλει τον θάνατο του στο διηνεκές, όσο εμείς δεν είμαστε έτοιμοι να τον αποτελειώσουμε. Ανάμεσα στον παλιό κόσμο που πεθαίνει και στον καινούριο που προσπαθεί να γεννηθεί ισχύει ότι θα δούμε σημεία και τέρατα και έναν μεγάλο παγκόσμιο ταξικό πόλεμο. Τα όπλα όμως που θα χρησιμοποιήσουμε δεν πρέπει να προέρχονται από το οπλοστάσιο του παλιού κόσμου.

Πρωτοδημοσιεύθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2011 εδώ

Τα Ιουνιανά και η Χούντα (απολογισμός της 48ωρης μάχης)



Ας ξεκινήσουμε από τα θετικά. Όχι για να έχουμε αυταπάτες για τα αποτελέσματα της χθεσινής και της προχθεσινής μάχης και της συνέχειας τους. Αλλά γιατί το κεντρικό διακύβευμα της καταστολής  είναι πάντα η ενσωμάτωση του φόβου. Ότι κάθε αντίσταση είναι μάταια, από την στιγμή που αυτοί έχουν έναν παντοδύναμο στρατό μαζί τους. Κι όμως όλο το προηγούμενο διάστημα μέχρι να φτάσουμε στην χθεσινή επικράτηση της κατασταλτικής χούντας στους δρόμους και στην πλατεία, αποδεικνύει ότι μόνο παντοδύναμοι δεν είναι.

 

1

Καταρχήν, καμία κυβέρνηση, καμία εξουσία, κανένα κράτος δεν επικράτησε ποτέ αποκλειστικά με την καταστολή. Στους από πάνω λείπουν οι κοινωνικές συμμαχίες, γι’ αυτό και ψάχνουν λύσεις συσπείρωσης σύσσωμου του πολιτικού προσωπικού που στηρίζει τις μέχρι στιγμής επιλογές της (μεγαλο)αστικής τάξης, γι’ αυτό και οι από κάτω τους αποκαλούν «χούντα» και προτάσσουν την αποκατάσταση του δημοκρατικού κοινωνικού συμβολαίου που έχει πληγεί. Όμως ακόμη και η χούντα των συνταγματαρχών είχε πιο υπολογίσιμες συμμαχίες σε μικρομεσαία στρώματα που μια χαρά βολεύονταν στην οικονομική ανάπτυξη που τους εγγυούνταν. Το (μ)ΠΑ(τ)ΣΟΚ με την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου και την ολομέτωπη επίθεση στην εκλογική/συνδικαλιστική βάση που το στήριζε στη μεταπολίτευση, έχει εξαντλήσει όλες τις εφεδρείες του (στα μικροαστικά στρώματα και στην, λιγότερο ή περισσότερο, μικροαστικοποιημένη εργατική τάξη) και το προσωπικό του περιμένει απλά την ανταμοιβή του από την αστική τάξη για την βρώμικη δουλειά που κατάφερε με χαρακτηριστική επιτυχία (να ναι καλά η διατριβή στους αγώνες και στα κινήματα λόγω του «Πολυτεχνείου») να φέρει εις πέρας.

Επειδή ακριβώς η καταστολή από μόνη της, σύμφωνα με τους διαλεκτικούς νόμους της φύσης (δράση-αντίδραση) και της ιστορίας φέρνει (αργά ή γρήγορα) αντίστοιχης ποσότητας αντιβία από την πλευρά μας, το σύστημα ξέρει ότι παίζει με την φωτιά όταν προχωράει σε επιλογές σαν την χθεσινή, γι’ αυτό και προτιμά να καταφεύγει σ’ αυτήν μόνο αφού έχουν εξαντληθεί τα άλλα όπλα του. Πριν στείλει τους μπάτσους να επιτεθούν, είχε εδώ και 35 μέρες δοκιμάσει με την ολομέτωπη επίθεση (αγάπης) των δημοσιογράφων να ενσωματώσει μερίδα των διαδηλωτών στη θεαματική φιγούρα του «αγανακτισμένου/μη βίαιου πολίτη» που αντιπαρατίθεται στην φιγούρα του «βίαου/κουκουλοφόρου διαδηλωτή».

Με αρχή την απεργία στις 15 Ιούνη και κατάληξη την χθεσινή 48ώρη, όλα δείχνουν ότι αυτός ο (όχι εξ’ ολοκλήρου κατασκευασμένος από τους θεαματικούς μηχανισμούς) διαχωρισμός απέτυχε. Το πλήθος των δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών είχε ενσωματώσει πλειοψηφικά τη χρήση μέσων αυτοπροστασίας που παραπέμπουν στην φιγούρα του «κουκουλοφόρου» (από απλές μάσκες και γυαλιά μέχρι πυροσβεστήρες και κράνη), ενώ λίγο πριν την ολομέτωπη επίθεση των μπάτσων τα οδοφράγματα και ο πετροπόλεμος ήταν η μόνη αποδεκτή γραμμή άμυνας που είχε αναγκαστικά απομείνει (πολλοί «αγανακτισμένοι» διαδηλωτές βέβαια τα έβρισκαν λίγα για να εμποδίσουν τους μπάτσους –και ως προς αυτό δικαιώθηκαν-, επικαλούμενοι την ανάγκη χρήσης… καλάσνικοφ). Μπορεί λοιπόν οι μπάτσοι το απόγευμα, μετά από πολύωρες και αιματηρές μάχες να πήραν την πλατεία και τους δρόμους, αλλά το πολιτικό κόστος γι’ αυτήν τους την επιλογή γνωρίζουν ότι είναι η ριζοσπαστικοποίηση του κόσμου που διαδηλώνει, τόσο ως προς τα μέσα πάλης που δύναται να χρησιμοποιήσει, όσο και ως προς την πολιτική άποψη που διαμορφώνει για τους ένστολους μισθοφόρους της «χούντας» (δεν ήταν λίγοι/ες που τους έβλεπαν ως εργαζόμενους που πλήττονται το προηγούμενο διάστημα).

 

2

Μια άλλη αποτυχία του κράτους έγκειται στην προσπάθεια να στραφεί η αγανάκτηση προς εθνικιστική κατεύθυνση, έτσι ώστε να μπορεί σε δεύτερο χρόνο να είναι διαχειρίσιμη από μια οικουμενική κυβέρνηση που (όπως και η τωρινή) θα ανακηρύξει τους μετανάστες/ξένους εργάτες σε νο1 πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Έστω και με τον «πολιτικά άκομψο» παραδοσιακό τρόπο του βρωμόξυλου μεταξύ α/α και φασιστών, υποδηλώνεται ότι «το αίμα, νερό δεν γίνεται» κι ότι οι φασίστες, λόγω του παρελθόντος των κοινωνικών αγώνων που έχουν δοθεί σε αυτό το κομμάτι γης, δε χωράνε στο στρατόπεδο των από τα κάτω. Σε συμβολικό επίπεδο αυτός ο διαχωρισμός επιτεύχθηκε και με την αυθόρμητη ανακήρυξη του «ψωμί-παιδεία-ελευθερία» σε κεντρικό ενωτικό σύνθημα. (Ας σημειωθεί και αυτό: πέρα από τ’ ότι οι αγώνες του παρόντος είναι καταδικασμένοι να καταφεύγουν στα «φαντάσματα» του παρελθόντος, τέτοιου είδους συμβολισμοί εκφράζουν και μια πραγματικότητα της κοινωνικής/πολιτικής σύνθεσης των υποκειμένων που κατεβαίνουν στον δρόμο. Οι μεσήλικες της «γενιάς του Πολυτεχνείου» και των μεταπολιτευτικών αγώνων μαζί με τη νέα γενιά της επισφάλειας, των 500ευρώ, της πολιτισμικής/εκπαιδευτικής παρακμής και της αστυνομοκρατίας. Αυτά τα δυο υποκείμενα επίσης το κράτος θα ήθελε να είναι χωριστά. Οι άνεργοι να βρίζουν τους δημοσίους υπαλλήλους και αντίστροφα -βάζει άλλωστε εισφορά στους δεύτερους, και καλά υπέρ των πρώτων). Από την άλλη, η πατριωτική (υπέρ της υπεράσπισης της «εθνικής ανεξαρτησίας») τάση του υπάρχοντος κινήματος παραμένει ένας εσωτερικός εχθρός που μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνος στο σκηνικό που θα ακολουθήσει μια ενδεχόμενη ανατροπή της πολιτικής του μνημονίου μέσω λαϊκής εξέγερσης.

 

3

Οι κρατικοί/θεαματικοί διαχωρισμοί και χειρισμοί μπορεί να μην πέρασαν, αλλά δε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι είχαν μηδενικό αποτέλεσμα. Υπάρχει μια εμφανέστατη ποσοτική διαφορά μεταξύ του πλήθους που πλημμύρισε το κέντρο την Κυριακή 5 Ιούνη καθώς και του πλήθους της απεργιακής διαδήλωσης στις 15 Ιούνη, με το πλήθος που συγκεντρώθηκε χτες και προχτές. Το ότι η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης αδυνατεί να απεργήσει δεν είναι πλέον καμιά μεγάλη επαναστατική αλήθεια –το κράτος μάλιστα με τη βιασύνη του να καθαρίσει το κέντρο μετά τις 17:00 δείχνει να το γνωρίζει επίσης. Όμως όσο το κίνημα ριζοσπαστικοποιείται, άλλο τόσο θεωρεί ότι σημειώνει παράπλευρες απώλειες σε στρώματα που τόσα χρόνια αποτελούσαν την σιωπηλή (και, λιγότερο ή περισσότερο, μικροαστική) πλειοψηφία. Κομμάτια του πλήθους της 5ης Ιούνη πιθανόν να είναι πιο δεκτικά στην κρατική προπαγάνδα περί «κουκουλοφόρων που αμαυρώνουν τις ειρηνικές διαδηλώσεις» και γι’ αυτό τον λόγο να μη στηρίζουν τις γενικές απεργίες, όπως και κομμάτια του πλήθους της 15ης Ιούνη να φοβήθηκαν απλά να κατέβουν στη 48ωρη γιατί δεν έχουν συνηθίσει/φοβούνται/δεν αντέχουν το χημικό πόλεμο. Όσοι/ες έχουμε λιώσει δεκάδες σόλες παπουτσιών σε διαδηλώσεις (για να μην μιλήσουμε για όσους φετιχοποιούν την βία), τείνουμε να μην υπολογίζουμε αυτή την υπαρκτότατη συνέπεια της καταστολής, που μπορεί να απαντηθεί μόνο με την αποτελεσματική χρήση της αντιβίας όσο και με δομές αλληλεγγύης όπως οι ιατρικές ομάδες σε πλατεία και μετρό που συνεισέφεραν στην παραμονή του «άμαχου πληθυσμού» στην πλατεία (και γι’ αυτό χτυπήθηκαν βάναυσα από τους μπάτσους).

Όπως και να έχει, όταν οι αραβικές εξεγέρσεις χτυπήθηκαν με πραγματικά πυρά, κι όχι μόνο με γκλοπιές και χημικό πόλεμο, κατάφεραν να απαντήσουν διασφαλίζοντας την ακόμα μεγαλύτερη αποφασιστική κάθοδο πλήθους εξεγερμένων στον δρόμο. Εδώ, τ’ ότι ο κόσμος γίνεται πιο αποφασιστικός αλλά μειώνεται σε ποσότητα, δεν προμηνύει καλά πράγματα, τουλάχιστον για το αμέσως επόμενο διάστημα. Το θέμα των διακοπών, της αδυναμίας απεργίας, των μετρό που ο κόσμος νόμιζε ότι δεν λειτουργούσαν, των λεωφορείων και του ηλεκτρικού που απεργούσαν, καλό είναι να υπολογίζονται, αλλά στη σωστή τους διάσταση. Γιατί το κράτος δε θα μπορούσε να χτυπήσει χτες με τόση μανία ή ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, αν είχε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμο στον δρόμο κι όχι μια πανελλαδική μάζωξη που νομίζω ότι ποσοτικά ξεπερνάει τις καλύτερες στιγμές των γενικών απεργιών του τελευταίου χρόνου, χωρίς όμως να φτάνει την μαζικότητα της διαδήλωσης της 5ης Μάη.

Από την άλλη ας έχουμε στα υπ’ όψιν –ίσως όχι και τόσο για το άμεσο μέλλον- κομμάτια της προλεταριακής νεολαία των συνοικιών και των γηπέδων που πλαισίωσε τις διαδηλώσεις το τελευταίο 48ώρο, με ιδιαίτερα εμφανή παρουσία τόσο στις συγκρούσεις το βράδυ της Τρίτης, όσο και γενικότερα στην κουλτούρα οδομαχίας που φέρνει μαζί της. Αυτό το αντιφατικό κοινωνικό κομμάτι στη χειρότερη περίπτωση (κι ειδικότερα όταν έχει «πολιτικοποιηθεί» στα πεζοδρόμια των Εξαρχείων) οδηγεί σε αυτιστικές μειοψηφικές συγκρούσεις στις πλάτες της μεγάλης μάζας του πλήθους (όπως γινόταν για πολλή ώρα το απόγευμα της Τρίτης στην Αμαλίας), στην καλύτερη περίπτωση ανεβάζει τον πήχη της αντιβίας προς όφελος των πολλών με τις «τεχνικές» γνώσεις που κατέχει (π.χ. οι μολότοφ που έπεσαν χτες αργά το βράδυ γύρω από το Σύνταγμα). Στις αραβικές εξεγέρσεις πάντως ήταν τέτοια κομμάτια νεολαίας που βοήθησαν στο σπάσιμο του κατασταλτικού φόβου και εντέλει συνεισέφεραν στην μαζικοποίηση των διαδηλώσεων.

 

4

Η αντίφαση μεταξύ επαναστατικής ρητορικής και καθημερινής απραξίας που ήταν παρούσα εδώ και ένα μήνα στις πλατείες, δεν ξεπεράστηκε σχεδόν καθόλου και ήταν εμφανής στην ποσότητα του κόσμου που στήριξε τους πρωινούς «μη-συμβολικούς» αποκλεισμούς γύρω από το Κυνοβούλιο. Οι λαϊκές συνελεύσεις στις πλατείες έχουν σταθεροποιηθεί αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχουν μαζικοποιηθεί τόσο ώστε να προμηνύουν για μια εξεγερσιακή διαφορά στο επόμενο (δύσκολο λόγω διακοπών) διάστημα. Η αποφασιστική καμπή που σηματοδότησε η 48ώρη ρίχνει τώρα το μπαλάκι σε αυτές τις δομές να αναλάβουν το δύσκολο έργο να συσπειρώσουν το κίνημα σε πρακτική και μακροχρόνια βάση: Από τη μια η κατασταλτική χούντα που ορθώνεται για να υπερασπιστεί την αναπαραγωγή του γερασμένου καπιταλιστικού συστήματος, από την άλλη οι ταξικοί αγώνες που γεννιούνται για λόγους εξασφάλισης της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης. Το δίλημμα είναι εδώ ολοζώντανο και καθόλου ιδεολογικό, άρα αρκούντως επαναστατικό: Ή αυτοί ή εμείς, ή θα νικήσει ο τρόμος ή θα νικήσει ο δρόμος.

Πρωτοδημοσιεύθηκε στις 30 Ιουνίου 2011 εδώ

Σύνταγμα και Θέαμα: Από εκεί που (δεν) το περιμένεις

η φώτο από το αρχείο του realdemocracy

Ο Γιάννης Πρετεντέρης τον Δεκέμβριο του 2008 εξέφρασε με τον πιο αυθόρμητο τρόπο την έκπληξη και την αγωνία του Θεάματος για το εξεγερσιακό κίνημα που εξαπλωνόταν σε ένα μειοψηφικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας: «Μα πόσοι είναι επιτέλους οι οπαδοί του Μπακούνιν και του Κροπότκιν στην Ελλάδα; 3.000, 5.000, 10.000;». Μια ερώτηση εκδηλωτική του «από πού μας ήρθε;» και «γιατί δεν τον προβλέψαμε;»

Στη σύγχρονη θεαματική δημοκρατία η αποστολή των ιδεολογικών μηχανισμών είναι ακριβώς αυτή στην οποία απέτυχαν τότε: Να προβλέψουν, να καταμετρήσουν, να καταχωρήσουν και να ενσωματώσουν, δηλαδή να καταστείλουν εν τη γενέσει τους τις αυθόρμητες εκείνες συναντήσεις των προλετάριων που δύνανται να εξαπλωθούν και να στραφούν ενάντια στο πλέγμα των θεαματικών/εμπορευματικών σχέσεων. Αν απομείνει μόνο η αστυνομική βία και τρομοκρατία το κίνημα μαζικοποιείται και ριζοσπαστικοποιείται και το παιχνίδι έχει χαθεί για το κράτος, δείχνει η ιστορία.

Εδώ και 2,5 χρόνια λοιπόν, στα πλαίσια της αντι-εξεγερτικής απάντησης του κράτους παράλληλα με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση και την κατασταλτική αναδιάρθρωση επιχειρείται και μια ευρύτερη θεαματική αναδιάρθρωση, που στόχο έχει να μπορέσει να προλάβει την εμφάνιση των νέων εξεγερτικών υποκειμένων. Καταρχήν δίνουν και παίρνουν οι δημοσκοπήσεις που προσπαθούν να προβλέψουν το ποσοστό αυτών που «θέλουν επανάσταση» (γύρω στα 33% μέτρησε ο ΣΚΑΙ). Έπειτα, σχεδόν όλες οι διαφημίσεις με στόχο το target group των νέων καταναλωτών δείχνουν όμορφους νέους και νέες να βγαίνουν μαζικά στους δρόμους και να επικοινωνούν κάτω από μελωδίες των 60s (χάρη στα «δωρεάν και επαναστατικά προγράμματα» των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας). Και τέλος, στην πρώτη γραμμή της μάχης «της αμφισβήτησης του παλιού κόσμου» η αριστερά του θεάματος, οι Θεοδωρακοκουλογλοι μαζί με τα εναλλακτικά Free press που σπονσοράρουν οποιαδήποτε μεταμοντέρνα δομή (π.χ. atenistas) αντιγράφει τα αυτοοργανωμένα και στοχεύοντα στην άμεση δράση χαρακτηριστικά του Δεκέμβρη.

Έτσι λοιπόν φτάσαμε στα τέλη του Μάη του 2011, ο ΣΚΑΙ να ψέλνει ύμνους, η zougla να έχει live αναμετάδοση κι ο Πρετεντέρης να στέλνει «like» στο αυθόρμητο κίνημα που έχει καταλάβει μέσω καλέσματος στο facebook την πλατεία Συντάγματος κι άλλες κεντρικές πλατείες πόλεων ανά την Ελλάδα. Πριν ακόμα το κίνημα αναγνωριστεί, μιλήσει, οργανωθεί, εξαπλωθεί, συνειδητοποιηθεί, ριζοσπαστικοποιηθεί οι ταμπέλες κι οι διαχωρισμοί έχουν μπει από το πρώτο δευτερόλεπτο: «Απολίτικο», «ειρηνικό», «πατριωτικό» και διαχωρισμένο από τον κόσμο που ένα και κάτι χρόνο τώρα κατεβαίνει και συγκρούεται στις απεργιακές πορείες που δίνει τις μικρές αλλά σημαντικές του μάχες στους εργασιακούς χώρους. Ο πρώτος κόσμος πρέπει να φάει το «καρότο» του «όλοι μαζί μπορούμε να σώσουμε το έθνος», ο δεύτερος κόσμος πρέπει να φάει το μαστίγιο του «θα σε σκοτώσω και θα σε σφάξω άμα συνεχίσεις να κατεβαίνεις στον δρόμο».

Το «παντοδύναμο» όμως Θέαμα και οι από αυτό εκπορευόμενες life-style ταυτότητες (του «απολίτικού», του «πολιτικοποιημένου», του «ειρηνικού» και του «βίαιου», του «αγανακτισμένου» ή και του «εξεγερμένου»)  έχουν ένα βασικό πρόβλημα: Χάνουν τη δύναμη τους όταν ο κόσμος συναντιέται στις πλατείες, στους δρόμους και στα αμφιθέατρα και αρχίζει να μιλάει, να συμφωνεί, να διαφωνεί, να οργανώνεται, να αποφασίζει, να πραγματοποιεί, να κοιμάται, να ξυπνάει, να ονειρεύεται, να ερωτεύεται. Γενικώς να κάνει όλα αυτά που κάνουν οι άνθρωποι ανά τους αιώνες στις κοινότητες που φτιάχνουν ενάντια στους εκμεταλλευτές και καταπιεστές τους και το Θέαμα προσπαθεί εναγωνίως να διαμεσολαβήσει, για να τις διαλύσει.

Πρωτοδημοσιεύθηκε στις 31/05/2011 εδώ