Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

32.000/750 (τριανταδύο χιλιάδες δια εφτακόσια πενήντα)

Και οι Ινδοί δηλαδή πώς νομίζεις ότι τα κατάφεραν; Ε;

Πριν δυο εβδομάδες έβγαλε προκήρυξη η OTEPLUS για 750 θέσεις εργασίας στα τηλεφωνικά κέντρα του ΟΤΕ. Άφησε 3-4 μέρες μόνο προθεσμία για να σταλούν ιντερνετικά οι αιτήσεις όσων ενδιαφέρονταν κι είχαν απολυτήριο λυκείου ή πτυχίο και εκπληρωμένες στρατιωτικές υποχρεώσεις. Εστάλησαν 32.000 περίπου αιτήσεις. Σα να λέμε για 3 θέσεις εργασίας να διαγωνιστούν 128 υποψήφιοι. Για μια θέση 43 περίπου άτομα.Σα να λέμε οι μαθητές δυο σχολικών τάξεων να ανταγωνίζονται για τη θέση του σημαιοφόρου τηλεφωνητή.
 
Από τότε που το έμαθα έχω σκαλώσει. Δηλαδή θα υπάρξουν 750 τυχεροί που θα βγάζουν 500 ευρώ γινόμενοι/ες ανθρώπινο εξάρτημα του τηλεφωνικού δικτύου του ΟΤΕ, στους οποίους θα αντιστοιχούν άλλοι 31.250 άνεργοι/ες. Έχω μια έντονη πεποίθηση ότι θα συνεχίσω να υπάγομαι στη δεύτερη κατηγορία, αφού υποψιάζομαι ότι πλέον στα τηλεφωνικά κέντρα θα εργάζονται οι αριστούχοι του 19-20 στο λύκειο, που τέλειωσαν σε 4 χρόνια τη σχολή, πήραν με Α το Lower και έχουν δυο χρόνια προϋπηρεσίας ως τηλεφωνητές. Και εγώ δεν έχω καταφέρει τίποτα από τα τέσσερα. Μήπως τελικά γίνομαι ζηλιάρης απέναντι στους εργαζόμενους, μη βοηθώντας την προλεταριακή τους συμμαχία με τους άνεργους;

Προσπαθώ ακόμα να σκέφτομαι θετικά. Π.χ. ότι αφού υπάρχουν άλλοι 33.400 νέοι/ες στην ίδια πάνω κάτω κατάσταση με εμένα, μάλλον δε φταίω εγώ που στα 28 μου καταφεύγω ακόμα στο μηνιάτικο του οικογενειακού κράτους-πρόνοιας. Και χρειαζόταν η OTEPLUS για να το καταλάβω; Όχι, αλλά καλό είναι που μου το υπενθυμίζει, γιατί όπως είπαμε βλέπω τους φίλους που ξεπατώνονται για 480 με 580 ευρώ το μήνα και τους ζηλεύω που πληρώνουν μόνοι τους τα έξοδα επιβίωσης τους. Εκεί που σκέφτομαι τι πήγε λάθος με τη περίπτωση μου και δεν μπορώ να γευθώ κι εγώ τις χαρές της μισθωτής σκλαβιάς, τσουκ έρχεται η OTEPLUS και μου λέει "για χαλάρωσε μεγάλε, νομίζεις μόνο εσύ είσαι ο μεγάλος Looser, υπάρχουν τουλάχιστον άλλοι 31.250 χαμένοι και χαμένες σαν εσένα".

Άλλη θετική σκέψη είναι ότι για να βρεθούν τόσες δεκάδες χιλιάδες υποψήφιοι, ενεργοποιήθηκαν δίκτυα αλληλεγγύης των άνεργων/επισφαλών. Εγώ το έμαθα από μια συντρόφισσα, μου το είπαν και άλλοι 2-3 φίλοι το μετέφερα κι εγώ σε άλλους τόσους. Και τι σημασία έχει; Ότι όταν σκοτώνεσαι για μια θέση εργασίας και ταυτόχρονα το λες σε άλλους 10, ότι η αλληλεγγύη είναι η αόρατη δύναμη που κινεί, τόσα πλήθη. Αν μεγεθύνω τη θετική σκέψη, φαντάζομαι τι θα μπορούσαν να κάνουν 31.250 άνεργοι αλληλέγγυοι/ες μεταξύ τους. Αρχίζω να ονειρεύομαι δηλαδή. Τι να κάνεις, κάπως πρέπει να περάσει η ώρα στο σπίτι τα κωλοΧριστούγεννα.

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Δεκεμβριανά έθιμα


 (Το παρακάτω κείμενο είχε γραφτεί ένα χρόνο μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη, για ένα έντυπο που τελικά δεν κυκλοφόρησε.)


Στις 6 Δεκέμβρη, σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση πολλών ευρωπαϊκών χωρών, ο Άγιος Νικόλαος (Saint Nickolas ή Santa Claus σύμφωνα με μια νεοϋρκεζικη παράφραση), κατεβαίνει στην Γη, φορώντας την επισκοπική του στολή, με σκοπό να δώσει δώρα στα παιδιά που ήταν «καλά» την προηγούμενη χρονιά. «Καλά» σύμφωνα με την χριστιανική (=προτεσταντική=καπιταλιστική) παράδοση είναι τα παιδιά που διάβασαν σκληρά για το σχολείο, το φροντιστήριο, τις ξένες γλώσσες, συνέχισαν την επίπονη μελέτη στο ΙΕΚ, στο πανεπιστήμιο, στο μεταπτυχιακό, στο κολέγιο, στο διδακτορικό κι αφού εμπέδωσαν από μικρά ότι «τα αγαθά κόποις κτώνται» συνέχισαν να δουλεύουν σκληρά στην εργασιακή μαθητεία, στην πρακτική άσκηση, στα stage, στο ωρομίσθιο, στην 6μηνη σύμβαση, στο τηλεφωνικό κέντρο, στο μπαρ, στην πιτσαρία, σε ένα γραφείο 8 ώρες πίσω από μια οθόνη. Τα «καλά» παιδιά λοιπόν υπόκεινται όλα αυτά τα βάσανα επειδή προσμένουν τα δώρα του Άγιου Νικολάου/Santa Claus, και σίγουρα αυτά δεν περιορίζονται στις καραμελίτσες και τα σοκολατάκια, αλλά έχουν να κάνουν με video games, lap top, κινητά τηλέφωνα, κάμερες, ρούχα, κοσμήματα κι υπόλοιπα χριστιανικά εμπορεύματα.

Σε κάποιες κεντροευρωπαϊκές χώρες, το συγκεκριμένο έθιμο παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη παραλλαγή: ο Άγιος Νικόλαος ο χριστιανός Επίσκοπος και «προστάτης των παιδιών», παρουσιάζεται με δυο συνοδούς, σα να λέμε με διπλή όψη: Από τη μια είναι ένας καλός Άγγελος που προσπαθεί να ανταμείψει τα «καλά παιδιά», από την άλλη μια σατανική μορφή εν ονόματι «Krampus», που με κέρατα στο κεφάλι, μάσκα στο πρόσωπο και ένα ρόπαλο στο χέρια κυνηγάει και τρομοκρατεί τα «κακά παιδιά». «Κακά», σύμφωνα με την ίδια παράδοση είναι τα παιδιά που όλη μέρα παίζουν στους δρόμους αντί να διαβάζουν σκληρά, φωνάζουν και αντιμιλάνε αντί να το βουλώσουν και να ακούσουν τους μεγαλύτερους, κάνουν καταλήψεις για να χάσουν μάθημα, πίνουν, καπνίζουν, κάνουν κακές παρέες και εντέλει καταλήγουν να «αράζουν» στα πεζοδρόμια των Εξαρχείων. Αυτά τα παιδιά, από την στιγμή που δεν δουλεύουν, δεν τα περιμένουν δώρα και σοκολατίτσες αλλά ξύλο και τιμωρία, αν και υποστηρίζεται ότι ο καλός Θεούλης θα βρει τρόπο να τα φέρει στον «σωστό» τον δρόμο (έστω την πλειοψηφία απ’ αυτών, γιατί αλλιώς δεν θα είχε νόημα ύπαρξης η κόλαση, που στην παρούσα ζωή ονομάζεται φυλακή). Πολλά «κακά παιδιά», που στην Ελλάδα θα τους λέγαμε «κουκουλοφόρους», έχουν την συνήθεια στις 6 Δεκέμβρη να μεταμφιέζονται σε «Krampus» και να παρενοχλούν τους φιλήσυχους πολίτες που θέλουν να συνδυάσουν τα χριστουγεννιάτικα έθιμα με τα ψώνια τους.

Στις 6 Δεκέμβρη του 2008, στην Ελλάδα, με αρχικό τόπο τα Εξάρχεια, εκτυλίχθηκε άλλη μια ενδιαφέρουσα τροποποίηση των συγκεκριμένων εθίμων. ΄Ενας γήινος Επίσκοπος του Θεού-Κράτους που είχε σκοπό την αξιολόγηση των παιδιών σε «καλά» και «κακά», «μπερδεύτηκε» κι έδωσε σε ένα παιδί που η κοινωνία το θεωρεί «καλό» (κι ας παραφέρεται κι ας συχνάζει σε κακά μέρη) δώρο μια σφαίρα στην καρδιά. Ήδη τα τελευταία χρόνια είχαν αρχίσει να πληθαίνουν τα «καλά» παιδιά που γίνονταν «κακά», με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται είναι η αλήθεια το χριστιανικό έργο του διαχωρισμού μέσω της τιμωρίας/ανταμοιβής.

Δεν φταίνε μόνο τα παιδιά γι’ αυτό, ο ίδιος ο καλός Θεούλης –Κράτος έχει αρχίσει να τα κάνει σκατά (λένε ότι έχει πάθει κρίση). Τα δώρα που έδινε στα «καλά» παιδιά με την μορφή του μισθού τα τελευταία χρόνια, έφταναν μεν για να αγοράσουν καραμελίτσες και σοκολατάκια, αλλά όχι video games και lap top. Για να μην μείνουν απούλητα αυτά, τα «καλά παιδιά» όλο και περισσότερο δανείζονταν από τους γονείς και οι γονείς όλο και πιο συχνά δανείζονταν από τις τράπεζες. Έτσι το χριστουγεννιάτικο παραμύθι με τα «καλά παιδιά» και τα δώρα τους μπορούσε να συνεχιστεί, με λίγα λεξοτανιλ και προζακ παραπάνω. Ακόμα κι ένας ψυχολογικός πανικός που έπαθαν οι τράπεζες παγκόσμια, μήπως πρέπει να παραδεχτούν ότι η ιστορία με τα δάνεια είναι ένα παραμύθι με λεφτά χωρίς αξία (δηλαδή εργασία) και με άσχημο τέλος, ψιλόξεχάστηκε από την στιγμή που οι τράπεζες δανείστηκαν πάμπολλα λεφτά από τον παγκόσμιο και απέραντο Θεό – Κράτος, του οποίου την φερεγγυότητα  κανείς δεν δύναται ν’ αμφισβητήσει (γιατί αλλιώς θα καταρρεύσει ο καπιταλιστικός κόσμος). Έτσι η πίστη, πάνω στην οποία στηρίζεται η θρησκεία της οικονομίας, αποκαταστάθηκε, οι τράπεζες άρχιζαν πάλι να ψάχνουν θηράματα για αυτό που λένε δανεισμό και τα θηράματα άρχιζαν πάλι να καταναλώνουν• λίγο πιο διστακτικά είναι η αλήθεια, αλλά χωρίς σε καμία περίπτωση να αμφισβητούν αυτά που υπόσχεται (και εκτυπώνει) ο Θεός-Κράτος.

Το χριστουγεννιάτικο παραμύθι μπορεί να συνεχίζεται (για πόσο ακόμα;) για τους γονείς και τα «καλά παιδιά» που δουλεύουν σκληρά, αμείβονται φθηνά και δανείζονται χοντρά, όμως πέρυσι τον Δεκέμβρη φάνηκε ότι είναι πάρα, μα πάρα πολλά τα «κακά παιδιά», είναι τόσα ώστε να δημιουργούν πρόβλημα στην ομαλή διήγηση του παραμυθιού: Έχουμε και λέμε: Αντί για δώρο, ένας υπάλληλος του Θεού-Κράτους κάνει ένα «λάθος» και δίνει μια σφαίρα στην καρδιά ενός παιδιού που οι γονείς λένε ότι είναι «καλό». Σχεδόν όλα τα «καλά» και «κακά» παιδιά αυτής της χώρας εξοργίζονται, βγαίνουν στους δρόμους και αρχίζουν αντί για ευχητήριες κάρτες να στέλνουν πέτρες και φωτιά στους υπαλλήλους του κράτους, ενώ ταυτόχρονα αρχίζουν να σπάνε τις βιτρίνες και να παίρνουν μόνα τους τα δώρα που τους υπόσχεται ο (καπιταλιστής) Santa Claus. Φτάνουν μέχρι και σε σημείο να καίνε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, σύμβολο του καταναλωτικού παραμυθιού. Όλα αυτά όμως δεν είναι παραμύθι, είναι εξέγερση.

Όπως δεν είναι παραμύθι, το γεγονός ότι μαζί με τα παιδιά κατέβηκαν στους δρόμους και κάποιοι (δυστυχώς λίγοι) εργαζόμενοι γονείς που επίσης εργάζονται σκληρά και όχι μόνο δεν τους δίνουν δώρα κι επιδόματα, αλλά τους κλέβουν συνεχώς από τον μισθό τους, μέσω της ελαστικοποίησης της εργασίας. Ενίοτε, ιδιαίτερα αν πρόκειται για μετανάστριες που αντιστέκονται, παίρνουν ως δώρο βιτριόλι στο πρόσωπο. Μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 το καπιταλιστικό παραμύθι «μπάζει από παντού», κι ο Θεός – Κράτος πρέπει να πάρει κάποια μέτρα ενάντια σε αυτήν την ζοφερή κατάσταση, αν θέλει να λογίζεται ως παντοδύναμος: Πρώτα κάνει μια υποχώρηση, και δέχεται ότι και τα «καλά» παιδιά μπορεί μερικές φορές να μετατρέπονται σε «κακά» (να πηγαίνουν στα Εξάρχεια, να φοράνε κουκούλες και να πετάνε πέτρες στα αστυνομικά τμήματα), αλλά ακόμα κι έτσι αυτά τα παιδιά δεν έχουν καμία σχέση με τα κατεξοχήν «κακά» παιδιά: τους «χούλιγκαν/κουκουλοφόρους» και τους μετανάστες που κλέβουν τα δώρα τους αντί να περιμένουν να τα αγοράσουν με σκληρή δουλειά και δάνεια. Έπειτα, δέχεται ότι πολλά «καλά παιδιά» κάνουν «κακές παρέες», όμως υποστηρίζει ότι αυτό είναι πολύ ανησυχητικό, γιατί αυτές οι σκοτεινές παρέες από «χούλιγκαν και ταραξίες», εκμεταλλεύονται την «αθωότητα» των παιδιών και τους οδηγούν σιγά σιγά στο «έγκλημα», την «ανομία», τις «ληστείες» και εντέλει την «τρομοκρατία».

Το παραμύθι ξαναστήνεται, έχοντας πάρει, προσωρινά(;), μια δυσάρεστη και τρομοκρατική τροπή, όπου για να «ζήσουμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα» πρέπει να (ξανα)εμπιστευθούμε το κράτος.και τους υπηρέτες του. Το κράτος από την άλλη άλλαξε ρούχα και φόρεσε την «αγγελική» του όψη. Οι κυβερνώντες αυτοαποκαλούνται «αντιεξουσιαστές» και οι αστυνομικοί «προστάτες του πολίτη». Βέβαια, ο καλοκάγαθος επίσκοπος Άγιος Νικόλαος/Santa Claus συνεχίζει να συνοδεύεται από σατανικούς «Krampus», πολλοί από τους οποίους είναι πλέον μηχανοκίνητοι, για να μπορούν να εντοπίζουν και να ξυλοκοπούν πιο γρήγορα τους μετανάστες και τα «κακά παιδιά», ενώ άλλοι εισβάλλουν κουκουλωμένοι σε σπίτια που στο παραμύθι ονομάζονται «γιάφκες» και φυλακίζουν παιδιά που ονομάζονται πλέον «τρομοκράτες».

Η πραγματική ιστορία των ανθρωπίνων κοινωνιών, παρ’ όλα αυτά, δεν είναι ένα χριστιανικό παραμύθι, δεν είναι μια μάχη μεταξύ «κακών» που συνωμοτούν εναντίον της κοινωνίας και «καλών» που την προστατεύουν. Η ιστορία συνεχίζει να γράφεται από τους κοινωνικούς/ταξικούς αγώνες ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, από τις εξεγέρσεις των κοινοτήτων των εκμεταλλευομένων προλετάριων ενάντια στην αλλοτρίωση των εμπορευματικών σχέσεων. Ένα χρόνο μετά την έκρηξη του Δεκέμβρη, μπορεί το παραμύθι του Θεάματος και η κατασταλτική τακτική της μηδενικής ανοχής να ανασυγκροτούνται, όμως ούτε η μιντιακή προπαγάνδα, ούτε η αστυνομοκρατία φαίνονται ικανές λύσεις για να αναπαραχθεί ένα σύστημα, ευρισκόμενο σε δομική κρίση (κοινωνική, περιβαλλοντική, πολιτιστική, οικονομική, πολιτική). Ένα χρόνο μετά, η κοινωνική κρίση που οδήγησε στην εξέγερση όχι απλά συνεχίζει να υφίσταται, αλλά παίρνει όλο και πιο πολωτικές μορφές που αποκλείουν οποιαδήποτε δυνατότητα συστημικής διαμεσολάβησης και ενσωμάτωσης.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, που εκτείνονται χρονικά πέρα από έθιμα και επετείους, η εξέγερση του Δεκέμβρη κι όλα όσα την ακολούθησαν παραμένουν περισσότερο ένα ερώτημα παρά μια απάντηση. Οι εξεγερμένοι/ες, όντας ειλικρινείς με τον εαυτό τους και την ιστορία, δεν ισχυρίστηκαν ότι  κατέχουν τις επαναστατικές απαντήσεις για την έξοδο από την καπιταλιστική κρίση, αλλά έθεσαν με ευθύ και δυναμικό τρόπο πάμπολλες επαναστατικές ερωτήσεις: Πώς μπορούμε να υπερασπιστούμε τις ζωές μας ενάντια στην μίζερη και επισφαλή επιβίωση που μας επιβάλλεται ως συνθήκη; Πώς μπορούμε να οργανώσουμε τον αγώνα μας χωρίς την καθοδήγηση απαξιωμένων κοινωνικά διαμεσολαβητικών οργανισμών, όπως τα κόμματα και τα συνδικάτα; Σε ποιο βαθμό είναι δυνατόν να οργανωθούμε σε κοινότητες εξεγερμένων, ξεπερνώντας υπαρκτούς διαχωρισμούς που μας περιορίζουν στα πλαίσια μερικών κοινωνικών και πολιτικών ταυτοτήτων; Αφού κάψουμε, καταστρέψουμε και λεηλατήσουμε ένα μητροπολιτικό κέντρο τι κάνουμε μετά; Πώς θα γίνει το μπλοκάρισμα της εμπορευματικής και καταναλωτικής κανονικότητας να επεκταθεί στο εργασιακό έδαφος, στον παραγωγικό τομέα;

Όσο οι πρακτικές ερωτήσεις του Δεκέμβρη βαθαίνουν, τόσο ξεφτίζουν κι οι έτοιμες απαντήσεις των ιδεολογιών. Πολλά από τα (μετα)δεκεμβριανά εγχειρήματα  δεν κατάφεραν να προχωρήσουν κάτω από το βάρος αυτών των ερωτήσεων (ιδιαίτερα της τελευταίας). Η σταδιακή παλινόρθωση της εμπορευματικής κανονικότητας συνοδεύτηκε από την παλινόρθωση παλιών, αδιέξοδων ιδεολογιών και πρακτικών. Τα δυο βήματα πίσω που ακολουθούν το μπροστινό βήμα κάθε εξέγερσης, κάθε σύγκρουσης, απογοήτευσαν κάποιους/ες από τους/τις εξεγερμενους/ες, που δεν έκαναν ότι έκαναν για να αποκτήσουμε άλλη μια επέτειο επαναστατικών αναμνήσεων, πλάι σε αυτήν του Νοέμβρη. 
Τέλος, αν ο «Δεκέμβρης» ισχυρίστηκε κάτι επαναστατικό, ήταν πως «δεν είπαμε ακόμα την τελευταία λέξη» και πως «είμαστε μια εικόνα από το μέλλον». Σίγουρα έχουμε πολλά να πούμε ακόμα, ενώ το μέλλον το διαμορφώνουμε εμείς, σε κάθε μικρή ή μεγάλη στιγμή αγώνα, τώρα.

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Όταν κάποιοι επισφαλείς οργανώνονται - ο αγώνας των απογραφέων/τομεαρχών


Χρειάστηκε τελικά μισός χρόνος για να πάρουν κάποιοι από τους δεκάδες χιλιάδες νέους/ες που εργάστηκαν στις γενικές απογραφές πληθυσμού του Μαΐου 2011 τα δεδουλευμένα που τους χρωστούσε το ελληνικό κράτος, μέσω της «ανεξάρτητης αρχής» της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Στα τέλη Νοέμβρη πληρώθηκε το μεγαλύτερο κομμάτι των απογραφέων/τομεαρχών του Λεκανοπεδίου και της Θεσσαλονίκης κι ένα κομμάτι των συναδέλφων στην επαρχία. Για τους υπολοίπους η Ελ.ΣΤΑΤ. έχει δεσμευθεί για τη πληρωμή τους μέχρι το τέλος Δεκέμβρη. Με τα δεδομένα ότι το συνολικό κονδύλιο, ύψους 44.000.000 ευρώ είναι προπληρωμένο από την Ε.Ε. στον προϋπολογισμό του 2011 κι ότι η επίσημη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους θα καθυστερήσει κάμποσο ακόμα (θα δοθεί η πολυπόθητη 6η δόση), άποψη του γράφοντος είναι ότι το σύνολο των εργαζομένων στις απογραφές τελικά θα πληρωθεί τα δεδουλευμένα του. Τα κομμάτια που πληρώθηκαν πρώτα είναι αυτά που επέδειξαν την πιο αγωνιστική στάση το προηγούμενο διάστημα, γεγονός που από μόνο του καταδεικνύει τη συσχέτιση του αγώνα που δόθηκε με τον πρακτικό στόχο της πληρωμής, καθώς κι ότι σε περίπτωση που η ΕΛ.ΣΤΑΤ. αθετήσει για άλλη μια φορά τις υποσχέσεις της, θα βρεθεί αντιμέτωπη με την συναδελφική αλληλεγγύη που κατοχυρώθηκε το προηγούμενο διάστημα.

Οπότε μπορεί και χρειάζεται να ξεκινήσει μια διαδικασία κινηματικού απολογισμού αυτού του σημαντικού κι εντέλει νικηφόρου αγώνα που δόθηκε από ένα μικρό κομμάτι του σύγχρονου νεανικού προλεταριάτου μέσα στο ζοφερό τοπίο της καπιταλιστικής κρίσης. «Νικηφόρου»; Χρειάζεται άραγε αυτός ο αισιόδοξος προσδιορισμός στον αγώνα που δόθηκε από λίγους εκατοντάδες άνεργους/ες, επισφαλώς εργαζόμενους/ες, φοιτητές/τριες ανά την Ελλάδα κι είχε ως βασικό στόχο κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο; Το να πληρώνεσαι στην ώρα σου κι εξ’ ολοκλήρου το ποσό που είχες συμφωνήσει με τον εργοδότη; Ναι χρειάζεται για διάφορους λόγους. Καταρχήν, γιατί αυτό το «αυτονόητο», αποτελεί ζητούμενο τον τελευταίο χρόνο (τουλάχιστον) για διάφορες κατηγορίες και κλάδους εργαζομένων του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, που βλέπουν να εξελίσσεται μια ανεπίσημη αλλά γενικευμένη στάση πληρωμών του ελληνικού κράτους και των αφεντικών σε μισθούς και συντάξεις. Έπειτα, γιατί η εξαπάτηση, η τζάμπα, «μαύρη» εργασία, η κοροϊδία (με την κυριολεκτική έννοια της λέξης) από τα αφεντικά αποτελεί ένα ατομικό βίωμα για πολλούς/ες από εμάς που απασχολούμαστε σε προσωρινές και ελαστικές εργασίες, σαν αυτή των απογραφών. Και το είχαμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας από τον Μάιο, ότι υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να μας «φάνε» τα λεφτά. Αυτό που δεν περίμενε κι ο πιο υποψιασμένος και «κινηματίας» (και αποδείχθηκε ότι ήμασταν πολλοί αυτοί που δουλέψαμε στις απογραφές και είμαστε κομμάτι του ανταγωνιστικού κινήματος, ενδιαφέρον δεδομένο για την ταξική τού σύνθεση) ήταν να οργανωθούμε σε οριζόντιες κι αυτοοργανωμένες συνελεύσεις που θα συντονίζονταν πανελλαδικά σε συγκεντρώσεις και καταλήψεις έξω από τα γραφεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ.! Οπότε ναι, δώσαμε έναν νικηφόρο αγώνα. Γιατί όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε ήμασταν ο καθένας μόνος/η του και πληρωθήκαμε ως ένα συλλογικό αγωνιστικό υποκείμενο, γεγονός με συνέπειες σε αυτό το δυναμικό «πράγμα» που λέγεται ταξική συνείδηση όσων μπλέχτηκαν στον αγώνα, πολύ ευρύτερες από τις μισθολογικές ανάγκες που καλύπτουν τα 300-1000 ευρώ που μας αναλογούσαν.

Οι πρώτες συνελεύσεις απογραφεών/τομεαρχών συγκροτήθηκαν μέσα στο καλοκαίρι από λίγους συναδέλφους του α/α/α χώρου που πέρα από το εργασιακό ζήτημα στόχευαν στην ανταλλαγή εμπειριών γύρω από την ίδια τη διαδικασία της απογραφής, της κρατικής και κοινωνικής της χρησιμότητας. Σε τελείως άλλο μήκος κύματος, το ΠΑΜΕ συγκρότησε επίσης πρώτο μια επιτροπή από κνιτόπουλα απογραφείς που διαμαρτύρονταν μέσω των θεσμικών οδών του κόμματος για τις συνθήκες εργασίας και την καθυστέρηση αποπληρωμής(1). Η πρωτοβουλία που μαζικοποιήθηκε εντέλει και αναγνωρίστηκε από την ίδια την εργοδοσία ως «συνομιλητής» ήταν αυτή του α/α/α χώρου, όταν το Σεπτέμβριο κάλεσε (μέσω indymedia) σε συγκέντρωση έξω από τα γραφεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. με αίτημα την αποπληρωμή των δεδουλευμένων.

Οι συνελεύσεις που ακολούθησαν πλαισιώθηκαν από μερικές δεκάδες συναδέλφων που ενέκριναν σχεδόν αυτόματα τα οριζόντια χαρακτηριστικά της διαδικασίας και έβαλαν ως στόχο την περαιτέρω μαζικοποίηση της διαδικασίας, έτσι ώστε να προχωρήσουμε σε ανοιχτές, προπαγανδισμένες συγκεντρώσεις έξω από τα γραφεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Βγήκε μια πρώτη αφίσα σε 2.000 αντίτυπα, αλλά ασπρόμαυρη και μικρού μεγέθους (το καλύτερο για την οικονομική δυνατότητα μιας συνέλευσης ανέργων και απλήρωτων) που καλούσε σε συγκέντρωση στα κεντρικά της ΕΛ.ΣΤΑΤ., στα Καμίνια στις 13 Οκτώβρη. Αν και η δυναμική της συγκέντρωση ήταν μικρή λόγω της απεργίας των ΜΜΜ την ίδια μέρα, ο πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. δέχτηκε να συζητήσει με μια αντιπροσωπεία της συνέλευσης (την οποία είχαμε ορίσει εμείς), αρκεί να επιδείκνυαν τις ταυτότητες τους στους σεκιουριτάδες που φυλούσαν το κτίριο του ελληνικού δημοσίου. Εμείς αντιδράσαμε και εντέλει οι αντιπρόσωποι μας συναντήθηκε με τον πρόεδρο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Α. Γεωργίου(2) χωρίς να επιδείξουν τις ταυτότητες τους. Πίσω από αυτή τη λεπτομέρεια για τον τρόπο εισόδου μας στο κτίριο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. υπόβοσκε μια άλλη σύγκρουση, συμβολική αλλά και πρακτική, όπως αποδείχτηκε στην επόμενη συγκέντρωση μας: Το σωστό για τ’ αφεντικά ήταν να μένουμε εκτός του κτιρίου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. , γιατί ήμασταν εξωτερικοί υπάλληλοι, να μην έρθουμε σε επικοινωνία με τους μόνιμους υπαλλήλους που επεξεργάζονταν επίσης το προϊόν της εργασίας μας και ήταν επίσης απλήρωτοι, γιατί ήμασταν προσωρινοί.

Η πίεση που είχε ασκηθεί άρχισε να φέρνει αποτελέσματα. Η ΕΛ.ΣΤΑΤ. παραδεχόταν ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία αποστολής των λιστών πληρωμής στο Υπουργείο Οικονομικών κι ότι αυτή η διαδικασία θα ολοκληρωνόταν μέχρι τα τέλη Νοέμβρη. Για εμάς ήταν μια πρώτη παραδοχή της κοροϊδίας, αφού από το καλοκαίρι μας υπόσχονταν ότι θα πληρωθούμε το Σεπτέμβρη, το Σεπτέμβρη μας λέγανε για Οκτώβρη κτλ. Αποφασίσαμε να έρθουμε σε επικοινωνία με τις αντίστοιχες συνελεύσεις απογραφέων σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα και να τους προτείνουμε συντονισμένες συγκεντρώσεις/καταλήψεις στα κατά τόπους γραφεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. την 1η Νοέμβρη, όπως κι έγινε. Στην Αθήνα το κράτος είχε προνοήσει να έχει μια διμοιρία ΥΜΕΤ στο εσωτερικό του κτιρίου, γεγονός που δεν πτόησε τους 70 απογραφείς/τομεάρχες που είχαμε μαζευτεί και εισβάλλαμε στο κτίριο φωνάζοντας το σύνθημα «Δεν είμαστε οι σκλάβοι των αφεντικών, φέρτε τα λεφτά των απογραφών». Οι σεκιουριτάδες προσπάθησαν να κλείσουν τις γυάλινες πόρτες, γεγονός που οδήγησε στο να φύγουν και να γίνουν συντρίμμια στο εσωτερικό του κτιρίου. Η διμοιρία ΥΜΕΤ έτρεξε και στάθηκε στην εσωτερική είσοδο, προσπαθώντας και αυτή ανεπιτυχώς να μας κρατήσει στην «φυσική», εξωτερική μας θέση. Δεν ήταν μόνο η οργή μας, ήταν κι η συμπαράσταση που είχαμε από τους «εσωτερικούς», μόνιμους υπαλλήλους της ΕΛ.ΣΤΑΤ. που φώναζαν να φύγουν τα ΜΑΤ, «αν είναι δυνατό να χτυπάνε τα παιδιά μας», χειροκροτούσαν τα συνθήματα μας και φώναζαν με τη σειρά τους «ψωμί, παιδεία, ελευθερία, η χούντα δεν τελείωσε το’73».

Ως τότε υπήρχαν πολλές προκαταλήψεις από τη πλευρά μας για τους δημόσιους υπαλλήλους της ΕΛ.ΣΤΑΤ., που όσους/ες γνωρίσαμε κατείχαν θέση προϊσταμένου στο έργο των απογραφών: ότι δε νοιάζονται για την υπόθεση μας, ότι ο πρόεδρος του σωματείου τους μας είχε υποσχεθεί να έρθει σε συνέλευση μας, αλλά ποτέ δεν πάτησε, ότι έκαναν κατάληψη του κτιρίου την πρώτη φορά που είχαμε συγκέντρωση ,αλλά είχαν σεκιουριτάδες στην είσοδο του «κατειλημμένου»  κτιρίου κτλ. Κάποιοι υποστηρίζαμε, παρ’ όλα αυτά, ότι ήταν σημαντικό να προσπαθήσουμε να έρθουμε σε επικοινωνία με τους μόνιμους υπαλλήλους (και όχι με τους εργατοπατέρες τους), γιατί η γενικότερη επίθεση που εξαπολύεται τους καθιστά σύμμαχους μας, αφού ούτε αυτοί έχουν πληρωθεί για τις υπερωρίες των απογραφών, ενώ απειλούνται και με απολύσεις λόγω της «εφεδρείας». Η προσδοκία για επικοινωνία των δυο αυτών διαφορετικής σύνθεσης κομματιών της εργατικής τάξης που απασχολούνται στο ίδιο έργο έγινε πραγματικότητα την στιγμή του «ντου», με την έμπρακτη υποστήριξη από τη πλευρά τους, που ανάγκασε τον πρόεδρο του Σωματείου τους να καταγγείλει την παρουσία των ΥΜΕΤ, τα οποία μετά από λίγο αποχώρησαν από το κτίριο.

Μετά από λίγο καλέστηκε και κοινή συνέλευση μόνιμων και προσωρινών στο κατειλημμένο κτίριο, η οποία όμως περιορίστηκε στα πρακτικά ζητήματα τακτικής που έπρεπε να ακολουθήσουμε για να κατοχυρώσουμε έγγραφες βεβαιώσεις για συγκεκριμένη ημερομηνία πληρωμής μας. Πράγματι μετά από λίγες ώρες αντεγκλήσεων και φιλοφρονήσεων με την ανώτερη διοικητική ιεραρχία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (κι ενώ ο πρόεδρος αρχικά, όταν έγινε το «ντου» κλειδώθηκε στο γραφείο του!), είχαμε στα χέρια μας ένα χαρτί που δεσμευόταν για την πληρωμή μας μέχρι τέλη Νοέμβρη ή έστω τέλη Δεκέμβρη, κάτι που το διαβεβαίωνε και σε τηλεφωνική του επικοινωνία ο  Υφυποργός Οικονομικών Σαχινίδης. Μετά από αυτό στην Αθήνα λήξαμε την κατάληψη, ενώ στη Θεσσαλονίκη οι συνάδελφοι, έμειναν μια μέρα παραπάνω στο κατειλημμένο κτίριο, ζητώντας συγκεκριμένες ημερομηνίες που θα έχει ολοκληρωθεί η πληρωμή στο νομό τους, κάτι που επίσης κατέκτησαν, παρά τις απειλές της διεύθυνσης ότι θα έστελνε τα ΜΑΤ να εκκενώσουν το κτίριο.

Αν λοιπόν η σύνδεση με τους μονίμους αποδείχτηκε ένα καθοριστικό στοιχείο κινηματικής πίεσης, ένα άλλο ήταν ο πανελλαδικός συντονισμός, που έδειχνε τη μαζικότητα του αγωνιστικού υποκειμένου, Μπορεί εντέλει αυτοί που κινητοποιηθήκαμε να ήμασταν μια μειοψηφία σε σχέση με τους χιλιάδες επισφαλείς εργαζόμενους, όμως πίσω από κάθε κινητοποιούμενο υπήρχαν σχέσεις με συνομήλικους που κυκλοφορούσαν το συγκεκριμένο αγώνα και σε περίπτωση που το ελληνικό κράτος επιχειρούσε να μας «φάει» τα λεφτά, μπορεί οι δράσεις που πραγματοποιήσαμε να αποδεικνύονταν απλή προθέρμανση σε σχέση με τ’ ότι θα ακολουθούσε.  Γιατί μπορεί ο φοιτητικός πληθυσμός να αποτελεί τη νο1 επιλογή των αφεντικών για ευέλικτες μορφές εργασίας, λόγω της «δοκιμαστικής» θέσης τους ως προς την αγορά εργασίας, όμως ακόμα κι ο πιο αδιάφορος για συνδικαλιστικές διεκδικήσεις φοιτητής δεν αποδέχεται την εργασία άνευ μισθολογικού αντιτίμου, ειδικά όταν το συγκεκριμένο πανελλαδικής εμβέλειας έργο στηρίχτηκε στο συγκεκριμένο μισθολογικό «τυράκι». Και μη ξεχνάμε ότι το κομμάτι των απογραφέων, λόγω της εργασιακής του θέσης είχε άλλο ένα μεγάλο πλεονέκτημα: Ήταν μια γνωστή και γενικώς συμπαθή φιγούρα για καθέναν και καθεμία κάτοικο αυτής της χώρας, κάτι που καθιστούσε δεδομένη τη κοινωνική υποστήριξη για τον αγώνα μας.

 Και δεν ήταν μόνο φοιτητές/τριες όσοι απογράψανε. Ειδικά στο κομμάτι που κινητοποιήθηκε συνδικαλιστικά, οι περισσότεροι άνηκαν στην κατηγορία των ανέργων/επισφαλώς εργαζομένων που ζητάνε εργασία μετά την ολοκλήρωση των προπτυχιακών τους σπουδών, είτε ξεκάθαρα στην κατηγορία των ανέργων που όντας χωρίς εργασία απασχολήθηκαν για λίγο στο συγκεκριμένο έργο. Όσον αφορά τη πολιτική σύνθεση  των κινητοποιούμενων ήταν ευδιάκριτες δυο κατηγορίες: α. ο κόσμος με αναφορά στο ευρύτερο α/α/α χώρο και ίσως με κάποια ελάχιστη εμπειρία από συνδικαλιστικές διεκδικήσεις, στο πανεπιστήμιο, στη γειτονιά ή σε σωματεία βάσης. β. κόσμος με αναφορά στο κίνημα των πλατειών, που όπως και το πρώτο κομμάτι θεωρούσε αυτονόητες τις οριζόντιες διαδικασίες αλλά όχι και την κουλτούρα της συζήτησης μέσω τοποθετήσεων κι όχι συνεχών διακοπών και διαλόγου, ενώ ταυτόχρονα ήταν πιο ανοικτός σε μη «παραδοσιακά μέσα» κοινωνικής απεύθυνσης, όπως τη χρήση του facebook. Σίγουρα υπήρχαν κι αρκετά άτομα που δεν εντάσσονταν σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες, παρ’ όλα αυτά ήταν κοινή κατεύθυνση μια κριτική στην υπάρχουσα πολιτική/κοινωνική/οικονομική κατάσταση κι ένα αίσθημα αδικίας κι εντεινόμενης οικονομικής στενότητας στη προσωπική ζωή του καθενός, που καθιστούσε αυτονόητο κι ενοποιητικό πολιτικά το οικονομικό αίτημα για άμεση αποπληρωμή των δεδουλευμένων.

Ένα ακόμα ζήτημα που απασχόλησε τη συνέλευση αφορούσε τη σχέση της με τα media. Τα άτομα από τον α/α/α χώρο υποστηρίζαμε να αποφύγουμε τις σχέσεις με τους συγκεκριμένους θεσμούς, κάτι με το οποίο δε συμφωνούσαν αναγκαστικά όλοι οι υπόλοιποι/ες. Η απλή επίκληση στο «διαμεσολαβητικό ρόλο των ΜΜΕ» δεν απαντούσε στις απορίες «γιατί είναι κακό να γίνει ευρύτερα γνωστή η υπόθεση μας;». Αντίθετα το επιχείρημα ότι τα ΜΜΕ θα ασχοληθούν μαζί μας μόνο αναλόγως της πίεσης που θα ασκήσουμε με τα δικά μας μέσα πάλης (π.χ. καταλήψεις) και με τα δικά μας μέσα πληροφόρησης (αφίσες σε όλη την πόλη, blog, facebook κτλ.), ενώ και τότε θα κοιτάξουν να δραματοποιήσουν και να προσωποποιήσουν τον αγώνα μας, ήταν αυτό που εντέλει κατοχυρώθηκε ως κοινή συνισταμένη της συνέλευσης. Έτσι δεν αρνηθήκαμε την αποστολή δελτίων τύπου στα ΜΜΕ με τα κείμενα μας, αρνηθήκαμε όμως τις προσωπικές συνεντεύξεις και την παρουσία καμερών στις διαδικασίες μας, ενώ παραπέμπαμε στα συλλογικά μας κείμενα στο blog που είχαμε δημιουργήσει, σε οποιαδήποτε προσέγγιση  δημοσιογράφων.

Το πιο ενδιαφέρον όμως κομμάτι ήταν η συνειδητοποίηση ότι το ζήτημα μας συνδέεται με τη γενικότερη πολιτική κατάσταση της χώρας. Όσο καθυστερούσε η πληρωμή μας, τόσο περισσότερο συνδέαμε την όλη εξέλιξη με την χορήγηση της 6ης δόσης από το ΔΝΤ και την κυβερνητική αστάθεια. Ανεξάρτητα του «τραβηγμένου» ή όχι αυτής της εκτίμησης, το σίγουρο είναι ότι ο αγώνας μας ήταν η μόνη κατοχύρωση της πληρωμής μας. Αυτό όμως δεν είναι ένα απλό ζήτημα, που δεν πρέπει να του δίνουμε σημασία. Γιατί καταρχήν το ελληνικό κράτος θα βρει μπροστά του πολλά τέτοια μικρά αλλά κοινωνικά γειωμένα οδοφράγματα, σε περίπτωση που ανακοινώσει την επίσημη χρεοκοπία του. Έπειτα, επειδή ζούμε σε μια εποχή, όπου όλες οι κεντρικές μάχες φαίνονται εκ των προτέρων χαμένες λόγω της «επίθεσης σοκ» που δεχόμαστε από τρόικα και ελληνικό κράτος. Δημιουργείται έτσι ένα αίσθημα στους εργαζομένους ότι οι αγώνες είναι μάταιοι, αφού δεν φέρνουν αποτελέσματα. Να όμως που κάποιοι άνεργοι και επισφαλώς εργαζόμενοι, χωρίς καμία συνδικαλιστική κάλυψη απέδειξαν το αντίθετο, ότι οι συλλογικός αγώνας είναι ο μόνος τρόπος να υπερασπιστείς τη θέση σου. Το πώς αυτές οι μικρές νίκες μπορούν να αποτελέσουν εφαλτήριο για την οργάνωση πιο μόνιμων δομών αυτοοργάνωσης για τα σύγχρονα εργατικά υποκείμενα που κινούνται μεταξύ προσωρινότητας και ανεργίας, συνεχίζει ν’ αποτελεί ένα ανοιχτό ερώτημα. Αλλά πάνω στην κυκλοφορία τέτοιων είδους εμπειριών αγώνα θα χτιστούν οι όποιες μάχιμες απαντήσεις στο αβέβαιο μας μέλλον.




[1] Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μέλη της ΚΝΕ προσδιορίζονταν ως φοιτητές που απασχολήθηκαν σε αυτήν την εργασία για να συμπληρώσουν το εισόδημα της «λαϊκής οικογένειας», το Κόμμα δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τη φιγούρα του επισφαλώς εργαζόμενου, προτιμά την συντηρητική/μικροαστική εκδοχή του φοιτητή που είναι πρώτος στα μαθήματα, πρώτος στους αγώνες και μια στο τόσο ξενοδουλεύει για να ελαφρύνει την οικογένεια (κλαψ, κλαψ).
[2] Ο πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ήταν έμμισθος υπάλληλος του ΔΝΤ, που του δόθηκε η συγκεκριμένη θέση για να βάλε τάξη στα περίφημα greek statistics. Κατηγορείται ότι η δικιά του αντίληψη για την στατιστική ανέβασε το ποσοστό του ελληνικού χρέους το 2009, έτσι ώστε να ξεπερνάει αυτό της Ιρλανδίας και αν δικαιολογεί την έλευση των πρώην εργοδοτών του (της τρόικας). Μετά από αυτές τις καταγγελίες το κράτος καθαίρεσε το σύνολο των μελών του ΔΣ της ΕΛ.ΣΤΑΤ., πλην της Αυτού Μεγαλειότητας Του. Βλ. και εδώ.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Παρακολουθώντας τις γενικές απεργίες να περνούν


Η αρχή έγινε στις 5/5/2010, μια μέρα πριν την επίσημη ψήφιση του μνημονίου. Η 24ωρη γενική απεργία των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ μετατρέπεται σ' ένα μαχητικό συλλαλητήριο που πολιορκεί τη Βουλή. Η πλατεία Συντάγματος εκκενώνεται με ορυμαγδό χημικών, άλλα είναι οι τρεις νεκροί τραπεζοϋπάλληλοι που θα διακόψουν απότομα τα σημαντικότερα συγκρουσιακά τεκταινόμενα στο κέντρο της Αθήνας μετά την εξέγερση του Δεκεμβρίου '08. Έστω όμως ότι δεν υπήρχαν οι νεκροί στην Μαρφίν, τι θα γινόταν; Θα κατάφερνε το αγανακτισμένο πλήθος προλετάριων και μικροαστών να εισβάλλει στη Βουλή με γυμνά χέρια, με πέτρες ή έστω με μολότοφ που δεν φεύγουν δεξιά και αριστερά; Ας σοβαρευτούμε... Θα είχαμε ολοήμερες συγκρούσεις στο κέντρο και καταλήψεις δημοσίων κτιρίων το βράδυ, απέναντι στην όξυνση της καταστολή. Πιο πιθανό. Θα πιεζόταν η ΓΣΕΕ να μετατρέψει την 24ώρη σε 48ώρη; Δύσκολο, αλλά όχι απίθανο. Θα είχαμε μήπως επανάληψη παρόμοιου σκηνικού και την επόμενη μέρα (με λιγότερους απεργούς) και μετά από πολλές κρότου λάμψης και χημικά το κέντρο θα εκκενωνόταν και το μνημόνιο θα ψηφιζόταν, ούτως ή άλλως;

Υποθετικά σενάρια; Μετά την 5η Μάη πάντως είχαμε άλλες δυο ειρηνόφιλες απεργίες-κηδείες μέσα στο καλοκαίρι κι όλοι ανανεώναμε το ραντεβού μας για Σεπτέμβρη που "θα γινόταν ο χαμός". Το μόνο που ήρθε ήταν άλλη μια 24ώρη απεργία τον Δεκέμβριο, με υψηλό βαθμό συγκρουσιακότητας, αλλά με τους μπάτσους εντέλει μετά από κανά 3ώρο να μας έχουν διώξει από το κέντρο και με το νομοσχέδιο που προωθούσε τις επιχειρησιακές συμβάσεις και την απόλυση χωρίς αποζημίωση για όποιον δεν έχει κλείσει 1 χρόνο δουλειάς να ψηφίζεται κι αυτό κανονικά. Στις 22 Φλεβάρη του 2011 είχαμε επανάληψη ενός παρόμοιου σκηνικού και τα πρώτα σημάδια ότι αυτό καταντούσε βαρετό, ενώ ο Αλαβάνος προσπάθησε ανεπιτυχώς να προωθήσει ένα καινούριο χάπενινγκ που συζητιόταν εξαιτίας των αραβικών εξεγέρσεων, το "μένουμε Σύνταγμα". Στην επόμενη γενική απεργία στις 11 Μάη, η μονοτονία του "μπάχαλα Σύνταγμα, τρέξιμο με δακρυγόνα στη Πανεπιστημίου" έσπασε με την λυσσαλέα επίθεση των μπάτσων που παρά λίγο να σκοτώσει έναν διαδηλωτή.

Κάπου εκεί, με αφορμή το κίνημα των indignados στην Ισπανία, προλετάριοι και μικροαστοί που ήθελαν να αντιδράσουν άλλα δεν καλύπτονταν από την θεατρική παράσταση που περιγράφηκε, δοκίμασαν να καλέσουν συγκεντρώσεις (χωρίς την έγκριση ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ κι άλλων γραφικών) μέσω facebook και να οργανωθούν μέσω αμεσοδημοκρατικών συνελεύσεων σε πλατείες. Κουτσό, στραβό ένα βήμα μπροστά έγινε πάντως, αφού δεκάδες χιλιάδες συνέρεαν στο κέντρο και μούντζωναν το Κυνοβούλιο κάθε μέρα, ενώ πιο πριν τους επιτρεπόταν μόνο για λίγες ώρες συγκεκριμένες ημέρες που αποφάσιζαν οι εργατοπατέρες. Οι τελευταίοι έπρεπε να ανεβάσουν μια καινούρια παράσταση, αν ήθελαν να διατηρήσουν το ενδιαφέρον του κοινού. Κάλεσαν 24ώρη απεργία στις 15 Ιούνη και σε 48ώρη απεργία 28-29/6. Η συμμετοχή εργαζομένων στην απεργία παρέμενε προβληματική, αλλά πρώτη φορά υπήρχε ένας πρακτικός στόχος στον δρόμο που έγινε αντικείμενος μαζικής υπεράσπισης κι εντέλει επετεύχθη: Να διατηρήσουμε την κατάληψη της πλατείας Συντάγματος. Τον άλλο πρακτικό στόχος του να αποκλείσουμε το Κυνοβούλιο, ουσιαστικά κι όχι συμβολικά, κανείς δεν το πήρε στα σοβαρά, πλην των μπάτσων που διέλυαν με συνοπτικές διαδικασίες τα μπλόκα περιμετρικά του κέντρου. Χρειάστηκαν δεκάδες χιλιάδες χημικά και σκληρές μάχες γύρω από την πλατεία, όμως το Μεσοπρόθεσμο ψηφίστηκε κι ας ξημεροβραδυαστήκαμε και τις επόμενες μέρες στο Σύνταγμα, ενώ τον Σεπτέμβρη χρειάστηκαν λίγα ακόμα δακρυγόνα για να φύγουν και οι τελευταίοι "πλατειακοί".

Όμως από Σεπτέμβρη οξύνθηκε κι η επίθεση (άρχισε να εφαρμόζεται το Μεσοπρόθεσμο). Χαράτσια για όλη την κοινωνία και χιλιάδες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων ("εφεδρεία"). Πέρα από την οργάνωση της άρνησης πληρωμών στις γειτονιές, πληθαίνουν οι συνελεύσεις δημοσίων υπαλλήλων και οι καταλήψεις κτιρίων που στεγάζουν διοικητικές υπηρεσίες του δημοσίου. Η 24ωρη απεργία των ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ λόγω της πίεσης των από τα κάτω μετατρέπεται σε 48ώρη. Την πρώτη μέρα μισό εκατομμύριο διαδηλωτές κατεβαίνουν στον δρόμο, αλλά πάλι δεν ξέρουν τι να κάνουν. Αρκετοί συγκρούονται με τις αστυνομικές δυνάμεις, αλλά το Κυνοβούλιο παραμένει απλησίαστο. Μετά από λίγες ώρες το κέντρο εκκενώνεται. Την επόμενη μέρα αναλαμβάνει ρόλο το ΠΑΜΕ για να παίξει καλύτερα και πιο οργανωμένα την παράσταση "περικυκλώνουμε τη Βουλή", απ' ότι την έπαιξαν οι αριστεροί "αγανακτισμένοι" τον Ιούνη. Ένας νεκρός διαδηλωτής, ξεθάβεται το "τσεκούρι του πολέμου" μεταξύ ΚΚΕ-αναρχίας και το πολυνοσμοσχέδιο ψηφίζεται κανονικά.

Έχουμε λοιπόν μετά από τόσους μήνες και τόσες "μητέρες των μαχών" μια συνθήκη όπου κανείς δεν μπορεί να ζητήσει κάτι παραπάνω από τη ΓΣΕΕ (να κηρύξει διαρκείας;), ενώ η μαζική αγανάκτηση δεν έχει καταφέρει να σταματήσει τη ψήφιση κανενός νομοσχεδίου. Η μαζική αγανάκτηση κατάφερε βέβαια να ρίξει την κυβέρνηση Παπανδρέου για να έρθει το επόμενο "οικουμενικό" και "τεχνοκρατικό" πολιτικό προσωπικό. Κι έτσι έρχεται η σημερινή απεργία, όπου δεν υπάρχει κανένας από τους πρακτικούς στόχους που χαρακτήριζαν τις προηγούμενες απεργίες, δεν ψηφίζεται τις ίδιες μέρες τίποτα καινούριο, δεν έχεις να υπερασπιστείς τίποτα στο δρόμο πέρα από ένα εθιμοτυπικά αγωνιστικό παρόν, είσαι ουσιαστικά δυο και τρία βήματα πίσω σε σχέση με τις δυο 48ώρες που κι αυτές αποδείχθηκαν λίγες.

Ο κόσμος λοιπόν που συμμετέχει στις εκτονωτικές απεργίες των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ είναι ελάχιστος. Και αυτό δεν είναι κακό από μόνο του. Ακόμα κι αν μέσα στον Δεκέμβρη κηρυχθεί κάποια καινούρια απεργία, είναι προφανές πως ό,τι είναι να ψηφιστεί θα ψηφιστεί και τα πρακτικά αδιέξοδα θα παραμένουν. Μέχρι να εμφανιστεί κάτι καινούριο, κομματικά και συνδικαλιστικά ανεξάρτητο και μαχητικά απρόβλεπτο στον ορίζοντα της ταξικής πάλης, που θα μας βγάλει από τη θανάσιμη ανία να βλέπουμε τα νέα μέτρα να περνούν μαζί με τις γενικές απεργίες που τα συνοδεύουν.

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Καριερίστες στα... οδοφράγματα



Το κάτι παραπάνω από ενδιαφέρον κείμενο αυτό πιάνει μια σειρά από ζητήματα γύρω από την ταξική σύνθεση των εργαζόμενων στο σύγχρονο μεταφορντικό/κοινωνικό πανεπιστήμιο (από εδώ και πέρα Πανεπιστήμιο Α.Ε.), που δυστυχώς απέχουν a million miles away από τις ταξικές – κινηματικές απαντήσεις που δίνουν τα ίδια υποκείμενα εντός αυτού (π.χ. πρόσφατες φοιτητικές καταλήψεις).

Αυτό όμως αναγνωρίζεται κι ως το πιο ενδιαφέρον διακύβευμα: αν είναι να οργανωθούν συλλογικά αυτές οι απαντήσεις, αυτές θα προκύπτουν από τις ίδιες τις εργασιακές εμπειρίες των εργαζόμενων στην Πανεπιστήμιο Α.Ε. και θα πηγάζουν από τις ήδη υπαρκτές μοριακές εμπειρίες άρνησης που σκιαγραφούνται κι από τον σύντροφο Συμεών Βάταλο. Σίγουρα, όμως, οι σύγχρονες εργατικές απαντήσεις στην Πανεπιστήμιο Α.Ε. δεν θα έχουν σχέση με τις εκτός τόπου και χρόνου πολιτικές κατευθύνσεις της φοιτητικής αριστεράς (πτυχία με αξία, μόνιμη και σταθερή εργασία), αλλά ούτε και με μαγικές απαντήσεις που εν είδη τσιτάτου πολλές φορές δίνουμε τα ριζοσπαστικά υποκείμενα για να καλύψουμε το κενό μεταξύ της ταξικής πραγματικότητας και της αριστερής αερολογίας (π.χ. κοινωνικός μισθός), χωρίς να παρακολουθούμε την ίδια τη συγκρότηση των υποκειμένων σε αγωνιστικές κοινότητες οι οποίες διαμορφώνουν συνείδηση της κατάστασης τους τόσο κεντράροντας στους σωστούς στόχους, όσο και γνωρίζοντας τις αντιφάσεις τους.

Τι εννοώ; Μια απάντηση σε αυτή τη κατεύθυνση δόθηκε πρώτη φορά από κάποιες φοιτητικές μειοψηφίες στο φοιτητικό κίνημα του 2006-2007. Ξεκινώντας από την ίδια την εργασιακή εμπειρία του φοιτητή που δουλεύει ως «πρακτικάριος», δηλαδή απλήρωτος/κακοπληρωμένος σε θέσεις εργασίας επιχειρήσεων που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες «λάντζας» του τριτογενούς τομέα, έβαλαν το ζήτημα της κανονικής αμοιβής που αντιστοιχεί σε εργαζόμενους κι όχι σε μαθητευόμενους. Αυτή ήταν μια κίνηση με μεγαλύτερο κινηματικό αντίκτυπο απ’ ότι αναλογούσε σε μια μειοψηφία ενός πλειοψηφικά παρελθοντολογικού κινήματος, επειδή ακριβώς κέντραρε στο «μάτι του ταύρου» της Πανεπιστήμιο Α.Ε.: της ιδεολογίας ότι τα πρώτα χρόνια χρειάζεται να εργαστείς μόνος σου, καλύπτοντας εσύ (κι η οικογένεια σου) τα έξοδα επιβίωσης σου, σαν φοιτητής/επιχειρηματίας που αν έχει την «καλή ιδέα», τη «δημιουργικότητα» και το «καινοτόμο πνεύμα» που χρειάζεται, αυτά θα αναγνωριστούν στο μέλλον ως μια συσσώρευση εργασιακής εμπειρίας στο ατομικό βιογραφικό/προφίλ ή πτυχίο νέου τύπου (αυτό με τις πιστωτικές μονάδες) που θα έχεις δημιουργήσει.

Μια πρώτη προσέγγιση ότι όλα αυτά αποτελούν στην ουσία άμισθη εργασία και πλήρη μεταφορά του κόστους διαμόρφωσης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στις τσέπες των ίδιων των νέων εργαζομένων, δόθηκε, λοιπόν, από τότε και έβαλε τα πρώτα εργασιακά αναχώματα, σε επίπεδο προπτυχιακών φοιτητών, στα ιδεολογήματα της Πανεπιστήμιο Α.Ε., χωρίς όμως να αρκεί αυτό από μόνο του για μια κινηματική διεύρυνση και ωρίμανση σε επίπεδο αγώνων του ζητήματος. Γιατί π.χ. δεν είναι μόνο η φοιτητική «ψευδή συνείδηση», αλλά η ίδια η πραγματικότητα κάθε εργαζόμενου που αναζητώντας να γαντζωθεί σε μια θέση εργασίας τα πρώτα χρόνια καταπιέζει τις αρνήσεις του, προσπαθώντας να γίνει μέλος της εργασιακής κοινότητας, τη μόνη δύναμη που μπορεί να τον διασφαλίσει απέναντι στην εργοδοτική απειλή. Όμως, για να γίνει μέλος της εργασιακής κοινότητας πρέπει να κατακτήσει μια σταθερή θέση εργασίας και για να την κατακτήσει πρέπει να παράξει κάτι παραπάνω από αυτό που απαιτεί η επισφαλής θέση του. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο, ειδικά (δηλαδή μεταφορντιστικά) διαμορφωμένο για να εκτοπίζει τις εργασιακές αρνήσεις πριν ακόμα αυτές δημιουργηθούν. Και απέναντι σε αυτόν (σι-του) αφορισμοί του στυλ «είναι και πολύ χολέρα όποιος κυνηγά καριέρα» (από «ντούρες προλετάριες» που κάνουν 10 χρόνια να πάρουν το πτυχίο τους, μιας και ασχολούνται κυρίως με το να βρίζουν τους συμφοιτητές τους), περισσότερη σύγχυση δημιουργούν από αυτή που αντιμετωπίζουν.

Οι εργατικές αρνήσεις παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν, καλά κρυμμένες πίσω από το χαμογελαστό πέπλο της επιχείρησης, όπου «όλοι είμαστε μια οικογένεια». Οι «γκρινιάρηδες» που αποπέμπονται («γιατί δεν ταιριάζουν με το πνεύμα της επιχείρησης») αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου αυτών. Στη βάση του πολύ πιθανόν να ανακαλύψουμε μια νοσταλγία του ίδιου του υποκειμένου για το προηγούμενο καθεστώς παραγωγής (φορντισμός), όπου οι απαιτήσεις ήταν πιο απλές (εντολή-εκτέλεση), αμείβονταν όσο αμείβονταν και δεν απαιτούσαν παραπάνω φαιά ουσία κι άγχος για «καινοτομίες» και «δημιουργικότητα» (μπορούμε να κωδικοποιήσουμε την αντίδραση κι ως «γαμώ το ’68 μου, γαμώ»). Αυτή η νοσταλγική αντίδραση μπορεί να γειωθεί στην «διακριτική» απαίτηση για συγκεκριμενοποίηση των καθηκόντων που απαιτούνται, χωρίς σε καμία περίπτωση να δοθεί η εντύπωση ότι ο εργαζόμενος βαριέται να δουλέψει… Αλλιώς η «φορντιστική νοσταλγία» καταλήγει μια φαντασιακή υπεκφυγή, αφού οι περισσότερες δουλειές σήμερα απαιτούν πολλά παραπάνω από την απλή εκτέλεση εντολών. Ναι κι όμως, παρά το φαντασιακό πολλών «χωρικών» για το σύγχρονο «ανειδίκευτο» προλεταριάτο που εξαντλείται στη φιγούρα του κούριερ και του σερβιτόρου, κι αυτοί/ες ακόμα, αν δεν χαμογελάνε στον πελάτη ή δεν επιδείξουν ευδιαθεσία και επιχειρηματικό πνεύμα, δύσκολα θα στεριώσουν στο κουρμπέτι. Όσο για τις καθαρίστριες, όσοι είχαμε την εμπειρία να τις συναντήσουμε εκείνους τους πρώτους μήνες του 2009 (και στους αγώνες που ακολούθησαν), θυμόμαστε πολύ καλά τα λόγια τους «εμείς παιδάκι μου δουλεύουμε για 500-600 ευρώ γιατί θέλουμε τα παιδιά μας να σπουδάσουν σαν κι εσάς». «Εμάς» που επίσης παίρναμε 500-600 ευρώ, αλλά έχουμε ψυχολογικά προβλήματα λόγω ακριβώς της συμβολικής αξίας που φέρουν οι σπουδές μας.

Μήπως όμως, αντί να νοσταλγούμε το παρελθόν, μπορούμε να εκφράσουμε καλύτερα τις εργατικές αρνήσεις μέσα από τα «καριερίστικα» εργαλεία του παρόντος; Ας πάρουμε για παράδειγμα το τρισκατάρατο Facebook. Είτε το θέλουμε είτε όχι, το ιντερνετικό προφίλ και η κοινωνική δικτύωση αποτελούν πλέον τυπικές ή άτυπες απαιτήσεις των αφεντικών σε τέτοιες θέσεις εργασίας (στη Πανεπιστήμιο Α.Ε. κι εκτός αυτής). Έτσι δημιουργείται μια κατάσταση όπου ουσιαστικά δουλεύεις κι όταν ακόμα δε δουλεύεις, προσπαθώντας να συντηρήσεις το απαιτούμενο εργασιακό προφίλ, και (πιστέψτε με!) το κάνεις ακόμα κι αν έχεις εντρυφήσει σε όλη την καταστασιακή βιβλιογραφία για τον «κόσμο του θεάματος». Ταυτόχρονα όμως η κοινωνική δικτύωση αποτελεί το νο1 όπλο των γνωσιακών/πληροφοριακών εργατών για να λουφάρουν συνεχώς εν ώρα εργασίας, κοινωνικοποιούμενοι με (μακρινούς και κοντινούς) συναδελφους τους και ταυτόχρονα ρίχνοντας τον ρυθμό της απαιτούμενης παραγωγικότητας. Όπως μάλιστα δείχνει η διεθνή κινηματική εμπειρία του τρέχοντος έτος, αυτό το διαλομηχάνημα του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, αποτέλεσε και το νο1 όπλο συντονισμού αυτών των υποκειμένων για να συναντηθούν πέρα από τον κόσμο του ίντερνετ, σε πλατείες και δρόμους, και να ταρακουνήσουν για άλλη μια φορά το σύμπαν.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Για τις τέσσερις μέρες χωρίς τη φωνή της Τρέμη και του Πρετεντέρη


Δευτέρα 8 ώρες, Τρίτη 8 ώρες, Τετάρτη 8 ώρες, Πέμπτη 8 ώρες, Παρασκευή 8 ώρες, Σάββατο 8 ώρες βάρδια μέχρι τις 23:00 και μου άλλαξε και την Κυριακή και με έβαλε πρωί, πάει το Σαββατόβραδο, Κυριακή 8 ώρες και μετά κατευθείαν ύπνος,  Δευτέρα 8 ώρες, Τρίτη 8 ώρες, Τετάρτη 8 ώρες, Πέμπτη 8 ώρες, Παρασκευή 8 ώρες, πέρασε κι αυτό το 12ήμερο επιτέλους 2 ημέρες ρεπό, Δευτέρα 8 ώρες, πολύ γρήγορα πέρασε κι αυτό το Σ/Κ πάμε πάλι 12ημερο… Κι όλα αυτά για 500-600 «μαύρα» ευρώ το μήνα ή «μπλοκάκι», χωρίς ένσημα, επιδόματα, νυχτερινά, υπερωρίες αργίες, συνδικαλιστικά δικαιώματα, αποζημίωση απόλυσης…

Αυτή είναι πάνω-κάτω η συνθήκη εργασίας σε δημοσιογραφικά sites-portals, όπου η μονοτονία της fast-food αντιγραφής ειδήσεων από τα κεντρικά πρακτορεία πάει πακέτο με την μονοτονία της μισθωτής σκλαβιάς για έναν μισθό πείνας. Κι αν για πολλούς άλλους εργαζόμενους η υγιής σκέψη είναι «γιατί δεν πάς να μαζεύεις πορτοκάλια στο Ναύπλιο καλύτερα», για τα αφεντικά των ΜΜΕ η μόνη σκέψη είναι «πώς θα κάνουμε και τους άλλους εργαζόμενους να δουλεύουν τόσο πολύ για τόσα λίγα, τώρα που οι εφημερίδες κλείνουν και τα διαδικτυακά ΜΜΕ ανθίζουν;». Κι η απάντηση που οι ίδιοι δίνουν, είναι κατ’ αρχήν χτυπώντας τις υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις, για τις οποίες τα ίδια τα συντεχνιακά σωματεία του κλάδου έχουν φροντίσει να καλύπτουν ένα μικρό ποσοστό εργαζομένων και όχι την πλειοψηφία των εργαζομένων είτε στο διαδίκτυο, είτε σε άλλες επισφαλείς θέσεις εργασίας.

Έτσι τα αφεντικά την φετινή χρονιά αρνούνται να υπογράψουν συλλογικές συμβάσεις με τα σωματεία, δέχονται μόνο σε περίπτωση που αυτά αποδεχθούν μειώσεις μισθών 10-20%, εκ περιτροπής εργασία και κατακόρυφη μείωση των αποδοχών για την εργασία τις Κυριακές. Ταυτόχρονα βάζουν «λουκέτο» σε αρκετά «μαγαζιά» (π.χ. Ελεύθερος Τύπος, Απογευματινή, Voyager, Alter κ.α.) προχωρούν σε μαζικές απολύσεις εργαζομένων με ιδιαίτερη προτίμηση σε όσους συνδικαλίζονται και αντιστέκονται (π.χ. Αττικές Εκδόσεις, Imaco) και υπό καθεστώς εργοδοτικής τρομοκρατίας ζητούν από τους «τυχερούς» που μένουν να υπογράψουν ατομικές/επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας με μειώσεις μισθών και θεσμοθέτηση της εκ περιτροπής εργασίας (ΣΚΑΪ, Αττικές Εκδόσεις, Έθνος κ.α.).

Το μέγεθος της εργοδοτικής επίθεσης είναι τόσο μεγάλο, που η βάση των εργαζόμενων στα Media (συντάκτες, τεχνικοί, διοικητικοί, τυπογράφοι κ.α.) άρχισε να πιέζει με διάφορες μορφές την συνδικαλιστική γραφειοκρατία του κλάδου για σοβαρές κινητοποιήσεις (με κορύφωση τον προπηλακισμό του πρόεδρου της ΕΣΗΕΑ και γνωστού μπατσοσυντάκτη Πάνου Σόμπολου κατά την διάρκεια της απεργιακής πορείας στις 30/11). Αυτή η πίεση οδήγησε στην πρώτη 48ώρη απεργία σε όλα τα ΜΜΕ στις 17 και 18/12, ως απάντηση και στις εργοδοτικές κινήσεις που είχαν αναπτυχθεί το προηγούμενο διάστημα σε Πήγασο και ΔΟΛ. Τότε, (τον Οκτώβριο) οι δημοσιογράφοι του Έθνους και του Βήματος είχαν ψηφίσει κατά των 48ώρων απεργιών στα μαγαζιά τους που είχε αποφασίσει η ΕΣΗΕΑ ενάντια στις απολύσεις και υπέρ της 48ώρης απεργίας σε όλο τον κλάδο. Όταν βέβαια κηρύχθηκε η 48ώρη απεργία σε όλα τα ΜΜΕ, πολλοί εργοδότες πάλι φρόντισαν να συσπειρώσουν τους εργαζόμενους σε απεργοσπαστική κατεύθυνση, στην λογική «η απεργία είναι ‘τυφλή’, χτυπάει και όσους δεν απολύουν και θέλουν συλλογικές συμβάσεις», με πρωτοστατούσα στην απεργοσπασία την γενική συνέλευση των δημοσιογράφων της «αριστερής και αντιμνημονιακής» Ελευθεροτυπίας. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το οποίο σιγοντάρισε η ξεπουληματική τακτική της ΕΣΗΕΑ και η απουσία οποιαδήποτε λογικής απεργιακής περιφρούρησης, η πρώτη προσπάθεια για μπλοκάρισμα των κερδοφόρων κυριακάτικων εκδόσεων απέτυχε εν πολλοίς (τα φύλλα απλώς κυκλοφόρησαν Παρασκευή) και ενίσχυσε το κλίμα αντισυνδικαλιστικής ηττοπάθειας στους χώρους εργασίας.

Η επόμενη απάντηση ήταν η προκήρυξη δυο συνεχόμενων 48ώρων απεργιών από 07 ως 10/04, πάλι υπό την πίεση της βάσης των 13 σωματείων στο χώρο των ΜΜΕ που σε απεργιακή συνέλευση στο γήπεδο του «Πανελληνίου» (17/03) ζητούσαν «απεργία διαρκείας». Η συγκεκριμένη 4ήμερη απεργία πάλι δεν εμπόδισε τα αφεντικά να κυκλοφορήσουν τα κυριακάτικα φύλλα τους νωρίτερα (από Πέμπτη, την πρώτη ημέρα της απεργίας), όμως αυτή την φορά η πτώση στις πωλήσεις, η απαξίωση του κοινού για τις «μπαγιάτικες» εκδόσεις σε συνδυασμό με το γενικό 4ήμερο μπλακ άουτ στην πληροφόρηση, οδήγησε σε σημαντική απώλεια διαφημιστικών εσόδων, προειδοποιώντας έτσι τα αφεντικά για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στις τσέπες του η απεργιακή οργάνωση των εργαζομένων.

Ταυτόχρονα, ένα μειοψηφικό κομμάτι της βάσης των εργαζομένων ανέλαβε τον συντονισμό της απεργιακής περιφρούρησης σε χώρους όπου η εργοδοτική τρομοκρατία συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος στην απεργία. Σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. Αττικές Εκδόσεις) η «σκληρή» περιφρούρηση αποδείχτηκε αποτελεσματική στο να δώσει το αγωνιστικό  μήνυμα σε αφεντικά, απεργοσπάστες κι εργαζομένους. Σε άλλες περιπτώσεις η «χαλαρή» περιφρούρηση συνεπαγόταν οι απεργοί να αποξενώνονται από ένα μέσο πάλης  που έχει ως σκοπό την σύγκρουση με στελέχη και απεργοσπάστες συναδέλφους κι όχι την συνεννόηση με αυτούς για να ρυθμιστούν τα προβλήματα που προκαλούνται στην λειτουργία της επιχείρησης.

Οι (δεξιοί και αριστεροί) εργατοπατέρες επίσης έδειξαν το ενδιαφέρον τους για την πρακτική οργάνωση και επιτυχία της απεργίας με το να καλούν σε απεργιακή πορεία το πρωί της πρώτης μέρας, την ώρα δηλαδή που κρίνονται πολλές από τις μάχες της εισόδου ή μη απεργοσπαστών στους χώρους εργασίας. Και ήταν πάλι η πίεση αγωνιστικού κομματιού της βάσης (κυρίως της «συνέλευσης έμμισθων, άμισθων, ‘μπλοκάκηδων’, ‘μαύρων’, ανέργων και φοιτητών στα ΜΜΕ», που προέκυψε από την κατάληψη στην ΕΣΗΕΑ τον Γενάρη του 2009) στα όργανα λήψης αποφάσεων των εργατοπατέρων που απέστρεψε αυτή την καταστροφική κίνηση. Η πίεση της βάσης των απεργών ήταν επίσης που απέτρεψε την έκδοση Δευτεριάτικων φύλλων, όταν οι εργαζόμενοι καλούνταν από τα αφεντικά να δουλέψουν από τις 6:00 το πρωί της Δευτέρας (επόμενη μέρα της τετραήμερης) και η ΕΣΗΕΑ αναγκάστηκε να παρατείνει την απεργία καλώντας σε 6ώρη στάση εργασίας για εκείνη την ημέρα.

Αν οι εργατοπατέρες ζουν σε μια παράλληλη πραγματικότητα σε σχέση με τους εργαζόμενους που εκπροσωπούν και δεσμεύονται από την ψήφο τους (πλησιάζει και η ώρα των συνδικαλιστικών εκλογών άλλωστε…), δεν μπορεί παρά να δημιουργείται ένα χάσμα σε σχέση με το μεγάλο κομμάτι των «αόρατων» εργαζόμενων στα διαδικτυακά sites/portals. Η ΕΣΗΕΑ θυμάται τους συγκεκριμένους εργαζόμενους μόνο όταν καλεί απεργίες, ενώ όλο το υπόλοιπο διάστημα τους αρνείται τα συνδικαλιστικά και ασφαλιστικά δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητα του συντάκτη, κρατώντας κλειστές τις συντεχνιακές της πύλες έτσι ώστε να μην μοιράζεται μαζί τους τις εισφορές από το αγγελιόσημο (ένα ποσοστό από τα διαφημιστικά έσοδα που καταβάλλεται στο ασφαλιστικό ταμείο της ΕΣΗΕΑ). Η συντεχνιακή και αντισυναδελφική δομή και λειτουργία της ΕΣΗΕΑ (και όχι μόνο) βολεύει τα μάλα τα αφεντικά των sites, που ενώ δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να αναγνωριστούν οι «είλωτες» τους ως συντάκτες, να τους πληρώνουν όσα δικαιούνται βάσει των ανάλογων συλλογικών συμβάσεων και να τους δίνουν μερίδιο των διαφημιστικών εσόδων, φροντίζουν (με πρώτο διδάξαντα τον Τριανταφυλλόπουλο) να στρέφουν την απέχθεια των εργαζομένων στα sites απέναντι στους εργατοπατέρες σε απεργοσπαστική κατεύθυνση. Έτσι, όσοι πληροφοριακοί εργάτες των sites θέλουν να απεργήσουν δεν μπορούν λόγω της απειλής της απόλυσης και της μη συνδικαλιστικής κάλυψης και οι υπόλοιποι θεωρούν ότι μέσω της απεργοσπασίας πιέζουν την ΕΣΗΕΑ να τους αναγνωρίσει. Το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα είναι ότι τα αφεντικά των sites τρίβουν τα χέρια τους μιας και αυτά γεύονται χιλιάδες κλικ λειτουργώντας κανονικά εν μέσω απεργίας.

Εντέλει, στον αγώνα των εργαζομένων στα ΜΜΕ συναντάμε τις αντιφάσεις και τις προοπτικές που συναντάμε και στους αγώνες της υπόλοιπης εργατικής τάξης του τριτογενή τομέα. Από τη μία ριζοσπαστικοποίηση στα μέσα πάλης που αποκτούν χαρακτηριστικά διαρκείας και ξεφεύγουν από τα 24ωρα απεργιακά πυροτεχνήματα των γραφειοκρατών, από την άλλη συντεχνιακή δομή, οργάνωση και προοπτική του αγώνα που αποκλείει τη διερεύνηση του. Μια αντίφαση που σχετίζεται με την παραγωγική δύναμη των πληροφοριακών εργατών του 21ου αιώνα και τον διαχωρισμό της από την συνδικαλιστική τους δύναμη: Όσο οι τεχνολογίες και τα πληροφοριακά συστήματα ενσωματώνουν κομμάτι νεκρής εργασίας του παρελθόντος, άλλο τόσο η ολοένα και πιο κερδοφόρα λειτουργία τους εξαρτάται από την ζωντανή εργασία αυτών που τα χειρίζονται. Το κεφάλαιο εξαρτάται όλο και περισσότερο από την παραγωγική δύναμη των σύγχρονων εργατών, αλλά ταυτόχρονα τους έχει υπαγάγει άμεσα στην λογική του, τους έχει εξειδικεύσει, τους έχει εξατομικεύσει στον τρόπο διαπραγμάτευσης της σχέσης τους και τους έχει διαχωρίσει /απομονώσει σε παραγωγικούς τομείς, έτσι ώστε την στιγμή της μεγαλύτερης επίθεσης του κεφαλαίου στην αξία της εργατικής δύναμης, οι δυνάμεις που την υπερασπίζονται να βγάζουν στον αγώνα όλες τις αντιφάσεις της ως κομμάτι της σχέσης κεφάλαιο.

Παρ’ όλα αυτά, είναι μέσα από την παραγωγική δύναμη της αλλοτριωμένης εργασίας που αναδύονται πρωτόγνωρες δυναμικές, όταν αυτή οργανώνεται ενάντια στην ολοένα και πιο ολοκληρωτική λειτουργία του κεφαλαίου, όπως φάνηκε και από το τετραήμερο black out στην ενημέρωση. Ένα από τα μεγαλύτερα ζητούμενα είναι η απεργιακή/ταξική οργάνωση αυτής της δύναμης, έτσι ώστε να ξεπερνά τον παραδοσιακό και ετοιμοθάνατο συνδικαλισμό και τους διαχωρισμούς του και να δημιουργεί συνδέσεις μεταξύ των κατακερματισμένων κομματιών της τάξης, που ενώ δέχονται συνολικά την επίθεση των αφεντικών, απαντάν διαχωρισμένα και ακολουθώντας το χρονοδιάγραμμα των αφεντικών. Ένα χρονοδιάγραμμα που θέλει τους εργαζόμενους στα ΜΜΕ να υποκύψουν πρώτοι στην ολοκληρωτική «κινεζοποίηση» του μνημονίου, έτσι ώστε οι εργοδότες/προϊστάμενοι τους να μπορούν αμέριμνοι να χρησιμοποιήσουν την λειτουργία των ΜΜΕ ως ιδεολογικών θεσμών του κράτους κόντρα στις αντιστάσεις της υπόλοιπης εργατικής τάξης.


Σκότωσε τη λογική του ΠΑΜΕ που έχεις μέσα στο σωματείο βάσης σου



Το παρακάτω κείμενο κατατέθηκε αρχικά στο εσωτερικό μια εργατικής συνέλευσης βάσης, ως συνεισφορά σε μια συζήτηση που έχει ανοίξει ξανά, το τελευταίο διάστημα, για κινήσεις συντονισμού και δικτύωσης σωματείων βάσης και εργατικών συνελεύσεων.

 

Κριση και εργατικη τάξη, πολιτικο και συνδικαλιστικο


Ένα από τα βασικά ζητήματα που μπαίνει πλαγίως ή ευθέως σε σωματεία βάσης/εργατικές συνελεύσεις είναι το ζήτημα της πολιτικοποίησης των εργατικών αγώνων απέναντι στην «επιτακτικότητα» της κρίσης και της επιταχυνόμενης χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους, της Ε.Ε. και του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, με την μορφή που το ξέραμε ως τώρα. Ειδικότερα, κάποια σωματεία βάσης/εργατικές συνελεύσεις κατέβηκαν συντονισμένα στην τελευταία 48ώρη απεργία με ένα (υπερ)πολιτικοποιημένο πανό που ανέφερε «απέναντι στο κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, μόνη λύση η κοινωνική επανάσταση». Αν και κανείς δεν διαφωνεί ότι με το μνημόνιο συντελείται πλαγίως ή θα συντελεστεί όλο και πιο ευθέως ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα (ενώ πιο πριν η κοινοβουλευτική ομαλότητα μας έκανε;), ούτε ότι υπάρχει κάποια άλλη λύση πέρα από την κοινωνική επανάσταση (το ίδιο πιστεύουν και οι ΣΕΚίτες άλλωστε), το συγκεκριμένο πανό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μια (χ,ψ,ω) πολιτική αντίληψη έρχεται να «καπελώσει» την ταξική πραγματικότητα που βιώνουμε και απέναντι στην οποία αντιδρούμε.

Τα τελευταία δυο χρόνια έχουν ξεσπάσει μια σειρά μικρών και μεγάλων εργατικών αγώνων που ξεκινούν από κλασσικά μισθολογικά, συνδικαλιστικά, κλαδικά ή και συντεχνιακά ζητήματα: Υπεράσπιση συλλογικών συμβάσεων, αγώνες ενάντια στις απολύσεις, στις περικοπές μισθών κτλ. Το υλικό διακύβευμα πίσω από αυτούς τους αγώνες παραμένει «κλασσικά» εργατικό: Μισθοί και ένσημα, άμεσος και έμμεσος μισθός. Τέτοιοι αγώνες γίνονταν και πριν την κρίση, μερικοί μάλιστα κατάφερναν και  σχετικές υλικές νίκες μέσω της συνδικαλιστικής διαμεσολάβησης (π.χ. η εμπειρία της υπογραφής συλλογικής σύμβασης από το πρωτοβάθμιο σωματείο των βιβλιοϋπαλλήλων, οι αγώνες των μεταναστών εργατών στην Μανωλάδα, ή σε μαζικότερο επίπεδο η απόσυρση του ασφαλιστικού του Γιαννίτση το 2001). Το διαφορετικό με την κρίση είναι ακριβώς ότι έχουμε μια γενικευμένη επίθεση «σοκ» πάνω σε όλα αυτά τα εδάφη εργατικής αντίστασης, όπου πλέον η αστική τάξη μας δηλώνει ότι αλλάζει το προηγούμενο καθεστώς όπου δεχόταν κι αυτή υποχωρήσεις πάνω σε τέτοια διακυβεύματα (ανάλογα πάντα με την δύναμη του αγώνα που εκφράζαμε ως εργάτες) και ότι από εδώ και στο εξής, όχι μόνο δεν υποχωρεί μπροστά σε κανέναν συνδικαλιστικό αγώνα, αλλά επιπλέον θα επιβάλλει «κινεζοποίηση» στο μισθό του συνόλου της εργατικής τάξης.

Το σημαντικό όμως είναι ότι ταξικοί αγώνες υπήρχαν και προ κρίσης και δεν είναι καθόλου άσχετοι με το ξέσπασμα της κρίσης. Η αστική τάξη αναγνώριζε ένα συγκεκριμένο συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας που της έδινε μεν την δυνατότητα να πλουτίζει πάνω στις ζωές μας, απαιτούσε δε κάποιες υποχωρήσεις που πήγαιναν πίσω την ανάγκη για κερδοφορία του κεφαλαίου, λόγω της ανάγκης εκμαίευσης της συναίνεσης της εργατικής τάξης, που (όπως πάντα υπερβολική) ήθελε και αυτή να καταναλώνει και να ζει τον «μύθο» της τα χρυσά εκείνα χρόνια του ’90-’00. Το «χάσμα» ανάμεσα στις (ρητές και άρρητες, ατομικές και συλλογικές) απαιτήσεις της εργατικής τάξης και στις ανάγκες του κεφαλαίου καλυπτόταν μέσω της γιγάντωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα και την καταφυγή στον δανεισμό, σε μια υπόσχεση δηλαδή της εργατικής τάξης προς το κεφάλαιο του στυλ «δώσε μου τα λεφτά που έχω ανάγκη για να καταναλώνω, αφού έχεις σταματήσει εδώ και δεκαετίες τις αυξήσεις στους μισθούς, κι εγώ σου υπόσχομαι θα συνεχίσω να δουλεύω εντατικά». Μην παρεξηγηθούμε. Δεν υποστηρίζουμε ούτε ότι η εργατική τάξη είναι ένα ενιαίο σώμα, χωρίς (μισθολογικές, κλαδικές, εθνικές, έμφυλες κτλ.) διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της και με ενιαία συνείδηση της συλλογικής της δύναμης, ούτε ότι η πλειοψηφία της καλοπερνούσε τις προηγούμενες δεκαετίες, ούτε ότι είχαμε μια οργανωμένη ανάπτυξη ταξικών αγώνων που να διαρρηγνύει την ηγεμονία των (μικρο)αστικών ιδεών σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής (πόσο μάλλον να θέτει επαναστατικά ζητήματα). Υποστηρίζουμε απλώς ότι οι («ορατοί» και «αόρατοι») αμυντικοί αγώνες που ξεσπούσαν σε συλλογικό επίπεδο όποτε το κεφάλαιο ζητούσε πιο εντατικοποιημένη εργασία, ή η απλή εμπειρία κάθε εργαζόμενου που έχει κάνει τέχνη το να δουλεύει όσο το δυνατόν λιγότερο κατά την διάρκεια του 8ώρου, έδειχναν στο κεφάλαιο ότι η συγχρονη εργατική τάξη δεν ήταν και πολύ φερέγγυα στην υπόσχεση της για παραπάνω εργασία, αφού νοιαζόταν μόνο για την κατανάλωση κι όχι για την αύξηση της παραγωγικότητας.

Τ’ ότι η κρίση σχετίζεται με τους αγώνες και τις αρνήσεις μας, δεν αναφέρεται επίσης ούτε για ακαδημαϊκούς λόγους, και σίγουρα όχι για να αυτοενοχοποιηθούμε ότι «μαζί τα φάγαμε». Αναφέρεται γιατί αποδεικνύει την άμεση σύνδεση του πιο μικρού συνδικαλιστικού και «χυδαία» μισθολογικού αγώνα με το τεράστιο πολιτικό ζήτημα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Ότι δηλαδή ο συνδικαλιστικός/μισθολογικός αγώνας είναι από την φύση του και πολιτικός αγώνας, δεν είναι απλά οικονομικός αγώνας. Η αριστερά δεν είχε, ούτε έχει την ίδια γνώμη: Στους μισθολογικούς αγώνες της εργατικής τάξης βλέπει, σύμφωνα με τον γερομούμια-Ίλιτς, ένα κατώτερο επίπεδο συνείδησης, την συνδικαλιστική συνείδηση, που αδυνατεί να ξεπεράσει το οικονομικό επίπεδο και να θέσει ζήτημα επαναστατικής ανατροπής, πράγμα που μπορεί να κάνει μόνο το Κόμμα, που ως γνωστόν κατέχει την γνώση της κίνησης του σύμπαντος μέσω του ιστορικού υλισμού. Οπότε και τώρα στην κρίση βλέπει μόνο μια συνωμοσία του «κακού» κεφαλαίου, άσχετη με τις «ρεφορμιστικές» διεκδικήσεις της εργατικής τάξης. Και εφ’ όσον θεωρεί ότι ως τώρα η εργατική τάξη δεν λειτουργούσε επαναστατικά, για  να τεθεί ζήτημα επανάστασης πρέπει η εργατική τάξη να μάθει μέσω της κομματικής προπαγάνδας να ξεφύγει από τους οικονομικούς αγώνες και να βάλει τα σωστά πολιτικά πλαίσια για  «λαϊκή/εργατική οικονομική/εξουσία», «έξοδο από την ευρωζώνη» κι άλλα κουλά.

Αντίθετα, κάποιοι/ες υποστηρίζουμε ότι η εμπειρία των τελευταίων 2 χρόνων δείχνει ότι η εργατική τάξη εκκινούμενη από μισθολογικές και «κλασσικά εργατικές» διεκδικήσεις, αναγκάζεται να τοποθετείται όλο και πιο πολιτικοποιημένα, ριζοσπαστικά και επαναστατικά σε σχέση με την εξέλιξη της κρίσης. Όταν π.χ. οι εργαζόμενοι στις απογραφές απαιτούν  την αποπληρωμή των 500-600 ευρώ που δούλεψαν και δεν πληρώθηκαν, βλέπουν ότι ίσως χρειαστεί να τα βάλουν με την ευρύτερη στρατηγική του ΔΝΤ για στάση πληρωμών σε μισθούς και συντάξεις του δημοσίου (βλ. http://protovouliapografi.wordpress.com). Διεκδικώντας οι εργαζόμενοι του Κοτρώτσου τα δεδουλευμένα τους αναγνωρίζουν τα «λαμόγια» που τόσα χρόνια εκμεταλλεύονται τους εργαζομένους (βλ. http://katalipsiesiea.blogspot.com/2011/09/blog-post_3143.html). Διεκδικώντας οι εργαζόμενοι στα ΜΜΜ ή στους ΟΤΑ να αποσυρθεί το πολυνομοσχέδιο για να υπερασπιστούν τους μισθούς τους και τις θέσεις εργασίας τους, καταλαβαίνουν ότι πρέπει να αγωνιστούν μαζί με το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας ενάντια στην χούντα τρόικας και ελληνικού κράτους. Τα παραδείγματα είναι άπειρα.

Κι όμως, το ζήτημα της πολιτικοποίησης των αγώνων μας συνήθως αντιμετωπίζεται ως κάτι διαχωρισμένο από τα κλασσικά συνδικαλιστικά που διεκδικούμε ως εργαζόμενοι, μισθούς, ένσημα, συντάξεις, συμβάσεις κτλ. Κι αυτό γιατί το κομμάτι εκείνο του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού/αυτόνομου χώρου που ασχολείται με τον συνδικαλισμό βάσης αντιμετωπίζει με έναν παρόμοιο λενινιστικό τρόπο (λογική ΠΑΜΕ) το ζήτημα: «καλή η δουλειά βάσης που κάνουμε, αλλά δεν φτάνει, πλέον χρειάζεται να συντονιστούμε όλοι μαζί σε κατεύθυνση μετώπου που θα μιλάει για επανάσταση». Και έτσι πάμε στο ψητό.

 

Νεα ταξικα υποκειμενα σε παλια πλαισια


Οι εργατικές συλλογικότητες που ψάχνουν τον δρόμο του συντονισμού είναι ένα καινούριο φαινόμενο στην εγχώρια ταξική πάλη. Εκφράζουν μια νέα προλεταριακή φιγούρα που έχει αρχίσει να οργανώνεται ταξικά -σε συνδικαλιστικό κι όχι μόνο επίπεδο- τα τελευταία 4-5 χρόνια. Αυτή η φιγούρα εκφράζει τα νεότερα προλεταριακά στρώματα του ιδιωτικού/τριτογενή τομέα που δουλεύουμε σε καθεστώς επισφάλειας και είμαστε αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων σε εργασία/εκπαίδευση που προώθησε ο «εκσυγχρονισμός» του ΠΑΣΟΚ (εκείνη την εποχή που ο σημερινός τραπεζίτης-πρωθυπουργός ήταν το δεξί χέρι του Σημίτη). Είναι ταυτόχρονα και αποτέλεσμα των αγώνων που δόθηκαν απέναντι σε αυτές τις αναδιαρθρώσεις, της κινηματικής κουλτούρας που απέκτησαν μέσα από αυτούς τους αγώνες, κουλτούρας σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένης από την κουλτούρα του α/α/α χώρου (αυτοοργάνωση, οριζόντιες δομές, αντιπληροφόρηση κτλ.) που ηγεμόνευε όλο και περισσότερο στους νεολαιίστικους αγώνες σε σχέση με την σαπίλα της αριστεράς.

Αυτή η κινηματική κουλτούρα ενώ έχει μεγαλύτερη εμπειρία οργάνωσης σε επίπεδα εκτός του χώρου εργασίας (πανεπιστήμια, γειτονιές, καταλήψεις κτλ.) μόλις την τελευταία 5ετία, αποκτάει εμπειρία από συνδικαλιστικούς αγώνες στον χώρο της παραγωγής, ενώ η εξέγερση του Δεκέμβρη (και οι ελλείψεις της) αποτέλεσε και τον καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη αυτής της τάσης. Η όποια δουλειά βάσης κάνουν οι διάφορες συλλογικότητες αυτής της τάσης αντιμετωπίζει 1002 δυσκολίες, αλλά όπου έχει γίνει με συνέπεια και αποφασιστικότητα, καρποφορεί σιγά-σιγά αποτελέσματα Και είναι αυτή η ίδια η εμπειρία αγώνα που συσσωρεύεται η οποία οδηγεί στην ωρίμανση της τάσης, στην ίδρυση νέων συλλογικοτήτων και στην ενδυνάμωση των παλιότερων. Ταυτόχρονα, αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η τάση βρίσκεται ακόμα σε εμβρυακό επίπεδο (κυριολεκτικά): Κάνει τα πρώτα της βήματα, αρχίζει να αρθρώνει κάποιες λέξεις, ψιλοαποκτάει συνείδηση της ύπαρξης της, αλλά αντιμετωπίζει ακόμα τις «παιδικές αρρώστιες» της ιδεολογικής μήτρας του, του α/α/α χώρου: Ανυπομονησία, καταφυγή στον ακτιβισμό, ιδεολογική καθαρότητα, μικρομεγαλισμός, σεχταρισμός, εμμονή στην προτεραιότητα της πολιτικής ταυτότητας έναντι της ταξικής, αδυναμία απεύθυνσης σε άλλους εργαζόμενους που δεν φέρουν τα «επαναστατικά χαρακτηριστικά» των Εξαρχείων.

Η δουλειά βάσης, λοιπόν, που γίνεται έχει ακόμα αρκετά προβληματικά σημεία, γι’ αυτό και μέχρι στιγμής αυτή η τάση εκφράζει μια οικτρή μειοψηφία πολιτικοποιημένων εργαζομένων, την στιγμή που είναι ευδιάκριτο ότι όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι ψάχνουν νέους τρόπους οργάνωσης απέναντι στην επίθεση των αφεντικών. Αυτά τα προβλήματα δεν θα αντιμετωπιστούν με μετωπικά «επαναστατικά» σχήματα που κάνουν πώς δεν τα βλέπουν: Πώς μπορούμε να μιλάμε για επανάσταση σε κάθε 24ωρο ή 48ώρο πυροτέχνημα των ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ όταν η πλειοψηφία των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα δεν μπορεί να απεργήσει; Πώς ζητάμε οργάνωση σε σωματεία βάσης όταν όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αποκτούν μια μη σταθερή και θεσμικά/συνδικαλιστικά ακάλυπτη σχέση με την εργασία τους; Χωρίς συλλογικές συμβάσεις, ποιο το θεσμικό νόημα ύπαρξης των συνδικάτων;  Μπορούν οι συνδικαλιστικές δομές να απαντήσουν στα πρακτικά ζητήματα επιβίωσης που δημιουργεί η ανεργία και η επισφάλεια ή τα θεωρούμε αυτά τα ζητήματα άσχετα με τις δομές μας και τους εργατικούς αγώνες;

Απέναντι σε αυτά τα ερωτήματα η απάντηση που δίνεται από μια συγκεκριμένη μερίδα αυτής της τάσης είναι η καταφυγή στις οργανωτικές δομές του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, απλώς με μαυροκόκκινο πολιτικό πλαίσιο: Σωματείο, συντονισμός σωματείων (όπου όσο και να αυξάνονται οι υπογραφές οι πραγματικοί συμμετέχοντες παραμένουν οι ίδιοι). εργατικό κέντρο, ομοσπονδία, συνέδρια, διακηρύξεις κτλ. Το όλο πρόβλημα παρουσιάζεται ως ιδεολογικό και οργανωτικό πρόβλημα: ότι ως τώρα οι αγώνες των εργαζομένων δεν κατάφερναν και πολλά (που δεν ισχύει), γιατί υπήρχαν οι εργατοπατέρες και ο επίσημος συνδικαλισμός, ενώ αν κυριαρχήσει το μοντέλο των σωματείων βάσης όλα θα προχωρήσουν με ένα μαγικό τρόπο. Την στιγμή που οι παραδοσιακές συνδικαλιστικές δομές οργάνωσης των εργαζομένων αδυνατούν εκ φύσεως να απαντήσουν στα προβλήματα που μπαίνουν από τα νέα χαρακτηριστικά εργασιακής επισφάλειας που αντιμετωπίζουμε, η «μεγαλειώδης» απάντηση που δίνεται από κάποιους είναι να γυρίσουμε στις παλιές και όλο και περισσότερο ξεπερασμένες από την καπιταλιστική αναδιάρθρωση δομές. Αυτή η απάντηση, πέρα από τ’ ότι απαξιώνει την συνδικαλιστική – κινηματική δουλειά των όλο και περισσότερων συλλογικοτήτων που λειτουργούν με χαρακτηριστικά ανοιχτής συνέλευσης κι όχι θεσμικού σωματείου, μοιάζει πολύ με την λογική του ΠΑΜΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα: «Η ΓΣΕΕ είναι ξεπουλημένη, πρέπει να φτιάξουμε μια δικιά μας ΓΣΕΕ που να έχει το σωστό πολιτικό πλαίσιο και η οποία θα οργανώσει τα μέλη του κόμματος και τους φίλους, συμπαθούντες αυτού σε επαναστατική κατεύθυνση»

Η άλλη λογική που εκφράζεται μέσα από τους αγώνες αυτής της τάσης κι όχι από κάποιο συγκροτημένο πόλο, όπως γίνεται με την «λογική ΠΑΜΕ», είναι να δώσουμε χρόνο στα νέα υποκείμενα να οργανωθούν -και θεσμικά αν χρειάζεται αλλά κυρίως κινηματικά-, να ανοίξουν οι δομές τους και να πάψουν να αποτελούν εργατικά παραρτήματα του α/α/α χώρου, να μάθουν από τις αδυναμίες τους και βεβαίως να συντονιστούν σε επίπεδο καθημερινής και αυτόνομης ταξικής πάλης κι όχι μόνο των κεντρικών πολιτικών ραντεβού. Αυτή η λογική πολλές φορές αντιμετωπίζεται ειρωνικά ως «ψυχοθεραπεία» των κινηματιών εργατών που επιλέγουν χρόνια την «δουλειά μυρμηγκιού». Η αλήθεια όμως είναι ότι η «δουλειά μυρμηγκιού» πριν χρόνια δεν είχε τα αποτελέσματα που βλέπουμε ότι καρποφορεί τα τελευταία χρόνια, λόγω της κρίσης και των ζητημάτων που αυτή θέτει. Το να συντονιστούν οι υπάρχουσες δομές σημαίνει επίσης να ψάξουν τους πάμπολλους (αόρατους) εργατικούς αγώνες που ξεσπάνε εδώ κι εκεί, χωρίς το πολιτικό πλαίσιο του α/α/α χώρου (αντιεραρχία, αντιμμε, αντιρατσισμός κτλ.) και να έρθουν σε επαφή μαζί τους, να τους βοηθήσουν να συνδεθούν με τους αγώνες άλλων κλάδων κι όχι να τους καλέσουν σε μια «πανηγυρική συνδιάσκεψη στο Σπόρτινγκ» που θα εγκρίνει το «αυτοοργανωμένο» πολιτικό πλαίσιο. Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι μετά την (παταγώδη) αποτυχία της προσπάθειας για συγκρότηση ανοιχτής εργατικής συνέλευσης μετά τον Δεκέμβρη του 2008, δεν έχει υπάρξει καμιά κινηματική προσπάθεια εργατικής δικτύωσης με ανοιχτά χαρακτηριστικά που να προχωράει την υπόθεση μας, με αργά αλλά σταθερά βήματα.

 

Κι ενας «επιτακτικος» επιλογος


Υπάρχει, σίγουρα, και μια εύλογη απορία: «Καλά όλα αυτά τα μακροχρόνια της δουλειάς στην βάση, αλλά εδώ καταρρέει το σύμπαν, διαλύεται η ευρωζώνη, ποινικοποιείται ο συνδικαλισμός, μπαίνουμε σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης κι εμείς θα περιμένουμε πότε θα ωριμάσουμε ως νέα υποκείμενα». Αν και δεν πρέπει να απαξιώνουμε ούτε τις κινήσεις των αστρών ούτε τις προφητείες της συντρόφισσας Λίτσας Πατέρα για κατάρρευση του καπιταλισμού μέσα στα επόμενα χρόνια, κάποιοι εξακολουθούμε να πατάμε στην γη και να πιστεύουμε ότι αυτή η κατάρρευση θα έρθει ως αποτέλεσμα της ωρίμανσης των αγώνων της τάξης μας, κάποιοι εκ των οποίων εκφράζονται μέσα από τους χώρους εργασίας, κάποιοι άλλοι εκτός αυτών, στις γειτονιές, στις πλατείες, στις σχολές, στα σχολεία, στα γήπεδα, στους δημόσιους χώρους κτλ. Και αν από τη μια οι αγώνες στους χώρους της μισθωτής εργασίας παραμένουν εξαιρετικά σημαντικοί για οποιαδήποτε προσπάθεια επαναστατικής ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων, από την άλλη δεν πρέπει να υποτιμούμε και τους αγώνες στα πεδία αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, ιδιαίτερα σε μια συνθήκη με 1,5 εκατομμύρια ανέργους, 50% ανεργία στη νεολαία και αδυναμίας του μεγαλύτερου κομματιού της τάξης να ανταπεξέλθει οικονομικά στις απαιτήσεις της κρίσης

Σε αυτές τις συνθήκες, καλό είναι να είμαστε έτοιμοι για κοινωνικές εκρήξεις που δεν θα εκφράζονται μέσα από τις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις. Όμως επειδή κάποιοι/ες θα συνεχίζουν να εργάζονται για να συνεχίσει να υπάρχει το κεφάλαιο, ένα επιτακτικό ζήτημα που μπαίνει είναι να συνδεθούν οι δομές ταξικής οργάνωσης στους χώρους εργασία με τις ευρύτερες εξεγερσιακές διαδικασίες που εκτυλίσσονται εκτός αυτών. Δεν μιλάμε για σενάρια επιστημονικής φαντασίας, αλλά για πραγματικότητες που διαφαίνονται ήδη στους εν εξέλιξη ταξικούς αγώνες στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες: Στο Οκλαντ των ΗΠΑ ήταν μέσω αυτής της σύνδεσης των εκεί «αγανακτισμένων» με κινήσεις σε εργασιακούς χώρους (μέσω απόφασης λαϊκής συνέλευσης κι όχι των παρηκμασμένων συνδικαλιστικών ομοσπονδιών) που προσπαθήθηκε και πραγματοποιήθηκε (με σχετική επιτυχία) 24ωρη γενική απεργία στην πόλη και μπλοκάρισμα της παραγωγής. Εδώ στην Ελλάδα, οι υπάρχουσες συνδικαλιστικές δομές δείχνουν ότι μπορούν να προσφέρουν πολλά στην οργάνωση της μαζικής άρνησης πληρωμών των «χαράτσιων» και στις κινήσεις αυτομείωσης και οργάνωσης των ανέργων. Η λογική «άλλο οι πλατείες, άλλο οι χώροι εργασίας» εκφράζει μια παλαιού τύπου εργατίστικη αντίληψη, που φαντασιώνεται την ύπαρξη μιας βιομηχανικής εργατικής τάξης σαν αυτή των αρχών του 20ου αιώνα.

Εντέλει, μπορεί ο καπιταλισμός να σαπίζει αλλά έχει ταυτόχρονα την δυνατότητα να αναβάλλει τον θάνατο του στο διηνεκές, όσο εμείς δεν είμαστε έτοιμοι να τον αποτελειώσουμε. Ανάμεσα στον παλιό κόσμο που πεθαίνει και στον καινούριο που προσπαθεί να γεννηθεί ισχύει ότι θα δούμε σημεία και τέρατα και έναν μεγάλο παγκόσμιο ταξικό πόλεμο. Τα όπλα όμως που θα χρησιμοποιήσουμε δεν πρέπει να προέρχονται από το οπλοστάσιο του παλιού κόσμου.

Πρωτοδημοσιεύθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2011 εδώ

Τα Ιουνιανά και η Χούντα (απολογισμός της 48ωρης μάχης)



Ας ξεκινήσουμε από τα θετικά. Όχι για να έχουμε αυταπάτες για τα αποτελέσματα της χθεσινής και της προχθεσινής μάχης και της συνέχειας τους. Αλλά γιατί το κεντρικό διακύβευμα της καταστολής  είναι πάντα η ενσωμάτωση του φόβου. Ότι κάθε αντίσταση είναι μάταια, από την στιγμή που αυτοί έχουν έναν παντοδύναμο στρατό μαζί τους. Κι όμως όλο το προηγούμενο διάστημα μέχρι να φτάσουμε στην χθεσινή επικράτηση της κατασταλτικής χούντας στους δρόμους και στην πλατεία, αποδεικνύει ότι μόνο παντοδύναμοι δεν είναι.

 

1

Καταρχήν, καμία κυβέρνηση, καμία εξουσία, κανένα κράτος δεν επικράτησε ποτέ αποκλειστικά με την καταστολή. Στους από πάνω λείπουν οι κοινωνικές συμμαχίες, γι’ αυτό και ψάχνουν λύσεις συσπείρωσης σύσσωμου του πολιτικού προσωπικού που στηρίζει τις μέχρι στιγμής επιλογές της (μεγαλο)αστικής τάξης, γι’ αυτό και οι από κάτω τους αποκαλούν «χούντα» και προτάσσουν την αποκατάσταση του δημοκρατικού κοινωνικού συμβολαίου που έχει πληγεί. Όμως ακόμη και η χούντα των συνταγματαρχών είχε πιο υπολογίσιμες συμμαχίες σε μικρομεσαία στρώματα που μια χαρά βολεύονταν στην οικονομική ανάπτυξη που τους εγγυούνταν. Το (μ)ΠΑ(τ)ΣΟΚ με την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου και την ολομέτωπη επίθεση στην εκλογική/συνδικαλιστική βάση που το στήριζε στη μεταπολίτευση, έχει εξαντλήσει όλες τις εφεδρείες του (στα μικροαστικά στρώματα και στην, λιγότερο ή περισσότερο, μικροαστικοποιημένη εργατική τάξη) και το προσωπικό του περιμένει απλά την ανταμοιβή του από την αστική τάξη για την βρώμικη δουλειά που κατάφερε με χαρακτηριστική επιτυχία (να ναι καλά η διατριβή στους αγώνες και στα κινήματα λόγω του «Πολυτεχνείου») να φέρει εις πέρας.

Επειδή ακριβώς η καταστολή από μόνη της, σύμφωνα με τους διαλεκτικούς νόμους της φύσης (δράση-αντίδραση) και της ιστορίας φέρνει (αργά ή γρήγορα) αντίστοιχης ποσότητας αντιβία από την πλευρά μας, το σύστημα ξέρει ότι παίζει με την φωτιά όταν προχωράει σε επιλογές σαν την χθεσινή, γι’ αυτό και προτιμά να καταφεύγει σ’ αυτήν μόνο αφού έχουν εξαντληθεί τα άλλα όπλα του. Πριν στείλει τους μπάτσους να επιτεθούν, είχε εδώ και 35 μέρες δοκιμάσει με την ολομέτωπη επίθεση (αγάπης) των δημοσιογράφων να ενσωματώσει μερίδα των διαδηλωτών στη θεαματική φιγούρα του «αγανακτισμένου/μη βίαιου πολίτη» που αντιπαρατίθεται στην φιγούρα του «βίαου/κουκουλοφόρου διαδηλωτή».

Με αρχή την απεργία στις 15 Ιούνη και κατάληξη την χθεσινή 48ώρη, όλα δείχνουν ότι αυτός ο (όχι εξ’ ολοκλήρου κατασκευασμένος από τους θεαματικούς μηχανισμούς) διαχωρισμός απέτυχε. Το πλήθος των δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών είχε ενσωματώσει πλειοψηφικά τη χρήση μέσων αυτοπροστασίας που παραπέμπουν στην φιγούρα του «κουκουλοφόρου» (από απλές μάσκες και γυαλιά μέχρι πυροσβεστήρες και κράνη), ενώ λίγο πριν την ολομέτωπη επίθεση των μπάτσων τα οδοφράγματα και ο πετροπόλεμος ήταν η μόνη αποδεκτή γραμμή άμυνας που είχε αναγκαστικά απομείνει (πολλοί «αγανακτισμένοι» διαδηλωτές βέβαια τα έβρισκαν λίγα για να εμποδίσουν τους μπάτσους –και ως προς αυτό δικαιώθηκαν-, επικαλούμενοι την ανάγκη χρήσης… καλάσνικοφ). Μπορεί λοιπόν οι μπάτσοι το απόγευμα, μετά από πολύωρες και αιματηρές μάχες να πήραν την πλατεία και τους δρόμους, αλλά το πολιτικό κόστος γι’ αυτήν τους την επιλογή γνωρίζουν ότι είναι η ριζοσπαστικοποίηση του κόσμου που διαδηλώνει, τόσο ως προς τα μέσα πάλης που δύναται να χρησιμοποιήσει, όσο και ως προς την πολιτική άποψη που διαμορφώνει για τους ένστολους μισθοφόρους της «χούντας» (δεν ήταν λίγοι/ες που τους έβλεπαν ως εργαζόμενους που πλήττονται το προηγούμενο διάστημα).

 

2

Μια άλλη αποτυχία του κράτους έγκειται στην προσπάθεια να στραφεί η αγανάκτηση προς εθνικιστική κατεύθυνση, έτσι ώστε να μπορεί σε δεύτερο χρόνο να είναι διαχειρίσιμη από μια οικουμενική κυβέρνηση που (όπως και η τωρινή) θα ανακηρύξει τους μετανάστες/ξένους εργάτες σε νο1 πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Έστω και με τον «πολιτικά άκομψο» παραδοσιακό τρόπο του βρωμόξυλου μεταξύ α/α και φασιστών, υποδηλώνεται ότι «το αίμα, νερό δεν γίνεται» κι ότι οι φασίστες, λόγω του παρελθόντος των κοινωνικών αγώνων που έχουν δοθεί σε αυτό το κομμάτι γης, δε χωράνε στο στρατόπεδο των από τα κάτω. Σε συμβολικό επίπεδο αυτός ο διαχωρισμός επιτεύχθηκε και με την αυθόρμητη ανακήρυξη του «ψωμί-παιδεία-ελευθερία» σε κεντρικό ενωτικό σύνθημα. (Ας σημειωθεί και αυτό: πέρα από τ’ ότι οι αγώνες του παρόντος είναι καταδικασμένοι να καταφεύγουν στα «φαντάσματα» του παρελθόντος, τέτοιου είδους συμβολισμοί εκφράζουν και μια πραγματικότητα της κοινωνικής/πολιτικής σύνθεσης των υποκειμένων που κατεβαίνουν στον δρόμο. Οι μεσήλικες της «γενιάς του Πολυτεχνείου» και των μεταπολιτευτικών αγώνων μαζί με τη νέα γενιά της επισφάλειας, των 500ευρώ, της πολιτισμικής/εκπαιδευτικής παρακμής και της αστυνομοκρατίας. Αυτά τα δυο υποκείμενα επίσης το κράτος θα ήθελε να είναι χωριστά. Οι άνεργοι να βρίζουν τους δημοσίους υπαλλήλους και αντίστροφα -βάζει άλλωστε εισφορά στους δεύτερους, και καλά υπέρ των πρώτων). Από την άλλη, η πατριωτική (υπέρ της υπεράσπισης της «εθνικής ανεξαρτησίας») τάση του υπάρχοντος κινήματος παραμένει ένας εσωτερικός εχθρός που μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνος στο σκηνικό που θα ακολουθήσει μια ενδεχόμενη ανατροπή της πολιτικής του μνημονίου μέσω λαϊκής εξέγερσης.

 

3

Οι κρατικοί/θεαματικοί διαχωρισμοί και χειρισμοί μπορεί να μην πέρασαν, αλλά δε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι είχαν μηδενικό αποτέλεσμα. Υπάρχει μια εμφανέστατη ποσοτική διαφορά μεταξύ του πλήθους που πλημμύρισε το κέντρο την Κυριακή 5 Ιούνη καθώς και του πλήθους της απεργιακής διαδήλωσης στις 15 Ιούνη, με το πλήθος που συγκεντρώθηκε χτες και προχτές. Το ότι η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης αδυνατεί να απεργήσει δεν είναι πλέον καμιά μεγάλη επαναστατική αλήθεια –το κράτος μάλιστα με τη βιασύνη του να καθαρίσει το κέντρο μετά τις 17:00 δείχνει να το γνωρίζει επίσης. Όμως όσο το κίνημα ριζοσπαστικοποιείται, άλλο τόσο θεωρεί ότι σημειώνει παράπλευρες απώλειες σε στρώματα που τόσα χρόνια αποτελούσαν την σιωπηλή (και, λιγότερο ή περισσότερο, μικροαστική) πλειοψηφία. Κομμάτια του πλήθους της 5ης Ιούνη πιθανόν να είναι πιο δεκτικά στην κρατική προπαγάνδα περί «κουκουλοφόρων που αμαυρώνουν τις ειρηνικές διαδηλώσεις» και γι’ αυτό τον λόγο να μη στηρίζουν τις γενικές απεργίες, όπως και κομμάτια του πλήθους της 15ης Ιούνη να φοβήθηκαν απλά να κατέβουν στη 48ωρη γιατί δεν έχουν συνηθίσει/φοβούνται/δεν αντέχουν το χημικό πόλεμο. Όσοι/ες έχουμε λιώσει δεκάδες σόλες παπουτσιών σε διαδηλώσεις (για να μην μιλήσουμε για όσους φετιχοποιούν την βία), τείνουμε να μην υπολογίζουμε αυτή την υπαρκτότατη συνέπεια της καταστολής, που μπορεί να απαντηθεί μόνο με την αποτελεσματική χρήση της αντιβίας όσο και με δομές αλληλεγγύης όπως οι ιατρικές ομάδες σε πλατεία και μετρό που συνεισέφεραν στην παραμονή του «άμαχου πληθυσμού» στην πλατεία (και γι’ αυτό χτυπήθηκαν βάναυσα από τους μπάτσους).

Όπως και να έχει, όταν οι αραβικές εξεγέρσεις χτυπήθηκαν με πραγματικά πυρά, κι όχι μόνο με γκλοπιές και χημικό πόλεμο, κατάφεραν να απαντήσουν διασφαλίζοντας την ακόμα μεγαλύτερη αποφασιστική κάθοδο πλήθους εξεγερμένων στον δρόμο. Εδώ, τ’ ότι ο κόσμος γίνεται πιο αποφασιστικός αλλά μειώνεται σε ποσότητα, δεν προμηνύει καλά πράγματα, τουλάχιστον για το αμέσως επόμενο διάστημα. Το θέμα των διακοπών, της αδυναμίας απεργίας, των μετρό που ο κόσμος νόμιζε ότι δεν λειτουργούσαν, των λεωφορείων και του ηλεκτρικού που απεργούσαν, καλό είναι να υπολογίζονται, αλλά στη σωστή τους διάσταση. Γιατί το κράτος δε θα μπορούσε να χτυπήσει χτες με τόση μανία ή ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, αν είχε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμο στον δρόμο κι όχι μια πανελλαδική μάζωξη που νομίζω ότι ποσοτικά ξεπερνάει τις καλύτερες στιγμές των γενικών απεργιών του τελευταίου χρόνου, χωρίς όμως να φτάνει την μαζικότητα της διαδήλωσης της 5ης Μάη.

Από την άλλη ας έχουμε στα υπ’ όψιν –ίσως όχι και τόσο για το άμεσο μέλλον- κομμάτια της προλεταριακής νεολαία των συνοικιών και των γηπέδων που πλαισίωσε τις διαδηλώσεις το τελευταίο 48ώρο, με ιδιαίτερα εμφανή παρουσία τόσο στις συγκρούσεις το βράδυ της Τρίτης, όσο και γενικότερα στην κουλτούρα οδομαχίας που φέρνει μαζί της. Αυτό το αντιφατικό κοινωνικό κομμάτι στη χειρότερη περίπτωση (κι ειδικότερα όταν έχει «πολιτικοποιηθεί» στα πεζοδρόμια των Εξαρχείων) οδηγεί σε αυτιστικές μειοψηφικές συγκρούσεις στις πλάτες της μεγάλης μάζας του πλήθους (όπως γινόταν για πολλή ώρα το απόγευμα της Τρίτης στην Αμαλίας), στην καλύτερη περίπτωση ανεβάζει τον πήχη της αντιβίας προς όφελος των πολλών με τις «τεχνικές» γνώσεις που κατέχει (π.χ. οι μολότοφ που έπεσαν χτες αργά το βράδυ γύρω από το Σύνταγμα). Στις αραβικές εξεγέρσεις πάντως ήταν τέτοια κομμάτια νεολαίας που βοήθησαν στο σπάσιμο του κατασταλτικού φόβου και εντέλει συνεισέφεραν στην μαζικοποίηση των διαδηλώσεων.

 

4

Η αντίφαση μεταξύ επαναστατικής ρητορικής και καθημερινής απραξίας που ήταν παρούσα εδώ και ένα μήνα στις πλατείες, δεν ξεπεράστηκε σχεδόν καθόλου και ήταν εμφανής στην ποσότητα του κόσμου που στήριξε τους πρωινούς «μη-συμβολικούς» αποκλεισμούς γύρω από το Κυνοβούλιο. Οι λαϊκές συνελεύσεις στις πλατείες έχουν σταθεροποιηθεί αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχουν μαζικοποιηθεί τόσο ώστε να προμηνύουν για μια εξεγερσιακή διαφορά στο επόμενο (δύσκολο λόγω διακοπών) διάστημα. Η αποφασιστική καμπή που σηματοδότησε η 48ώρη ρίχνει τώρα το μπαλάκι σε αυτές τις δομές να αναλάβουν το δύσκολο έργο να συσπειρώσουν το κίνημα σε πρακτική και μακροχρόνια βάση: Από τη μια η κατασταλτική χούντα που ορθώνεται για να υπερασπιστεί την αναπαραγωγή του γερασμένου καπιταλιστικού συστήματος, από την άλλη οι ταξικοί αγώνες που γεννιούνται για λόγους εξασφάλισης της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης. Το δίλημμα είναι εδώ ολοζώντανο και καθόλου ιδεολογικό, άρα αρκούντως επαναστατικό: Ή αυτοί ή εμείς, ή θα νικήσει ο τρόμος ή θα νικήσει ο δρόμος.

Πρωτοδημοσιεύθηκε στις 30 Ιουνίου 2011 εδώ

Σύνταγμα και Θέαμα: Από εκεί που (δεν) το περιμένεις

η φώτο από το αρχείο του realdemocracy

Ο Γιάννης Πρετεντέρης τον Δεκέμβριο του 2008 εξέφρασε με τον πιο αυθόρμητο τρόπο την έκπληξη και την αγωνία του Θεάματος για το εξεγερσιακό κίνημα που εξαπλωνόταν σε ένα μειοψηφικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας: «Μα πόσοι είναι επιτέλους οι οπαδοί του Μπακούνιν και του Κροπότκιν στην Ελλάδα; 3.000, 5.000, 10.000;». Μια ερώτηση εκδηλωτική του «από πού μας ήρθε;» και «γιατί δεν τον προβλέψαμε;»

Στη σύγχρονη θεαματική δημοκρατία η αποστολή των ιδεολογικών μηχανισμών είναι ακριβώς αυτή στην οποία απέτυχαν τότε: Να προβλέψουν, να καταμετρήσουν, να καταχωρήσουν και να ενσωματώσουν, δηλαδή να καταστείλουν εν τη γενέσει τους τις αυθόρμητες εκείνες συναντήσεις των προλετάριων που δύνανται να εξαπλωθούν και να στραφούν ενάντια στο πλέγμα των θεαματικών/εμπορευματικών σχέσεων. Αν απομείνει μόνο η αστυνομική βία και τρομοκρατία το κίνημα μαζικοποιείται και ριζοσπαστικοποιείται και το παιχνίδι έχει χαθεί για το κράτος, δείχνει η ιστορία.

Εδώ και 2,5 χρόνια λοιπόν, στα πλαίσια της αντι-εξεγερτικής απάντησης του κράτους παράλληλα με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση και την κατασταλτική αναδιάρθρωση επιχειρείται και μια ευρύτερη θεαματική αναδιάρθρωση, που στόχο έχει να μπορέσει να προλάβει την εμφάνιση των νέων εξεγερτικών υποκειμένων. Καταρχήν δίνουν και παίρνουν οι δημοσκοπήσεις που προσπαθούν να προβλέψουν το ποσοστό αυτών που «θέλουν επανάσταση» (γύρω στα 33% μέτρησε ο ΣΚΑΙ). Έπειτα, σχεδόν όλες οι διαφημίσεις με στόχο το target group των νέων καταναλωτών δείχνουν όμορφους νέους και νέες να βγαίνουν μαζικά στους δρόμους και να επικοινωνούν κάτω από μελωδίες των 60s (χάρη στα «δωρεάν και επαναστατικά προγράμματα» των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας). Και τέλος, στην πρώτη γραμμή της μάχης «της αμφισβήτησης του παλιού κόσμου» η αριστερά του θεάματος, οι Θεοδωρακοκουλογλοι μαζί με τα εναλλακτικά Free press που σπονσοράρουν οποιαδήποτε μεταμοντέρνα δομή (π.χ. atenistas) αντιγράφει τα αυτοοργανωμένα και στοχεύοντα στην άμεση δράση χαρακτηριστικά του Δεκέμβρη.

Έτσι λοιπόν φτάσαμε στα τέλη του Μάη του 2011, ο ΣΚΑΙ να ψέλνει ύμνους, η zougla να έχει live αναμετάδοση κι ο Πρετεντέρης να στέλνει «like» στο αυθόρμητο κίνημα που έχει καταλάβει μέσω καλέσματος στο facebook την πλατεία Συντάγματος κι άλλες κεντρικές πλατείες πόλεων ανά την Ελλάδα. Πριν ακόμα το κίνημα αναγνωριστεί, μιλήσει, οργανωθεί, εξαπλωθεί, συνειδητοποιηθεί, ριζοσπαστικοποιηθεί οι ταμπέλες κι οι διαχωρισμοί έχουν μπει από το πρώτο δευτερόλεπτο: «Απολίτικο», «ειρηνικό», «πατριωτικό» και διαχωρισμένο από τον κόσμο που ένα και κάτι χρόνο τώρα κατεβαίνει και συγκρούεται στις απεργιακές πορείες που δίνει τις μικρές αλλά σημαντικές του μάχες στους εργασιακούς χώρους. Ο πρώτος κόσμος πρέπει να φάει το «καρότο» του «όλοι μαζί μπορούμε να σώσουμε το έθνος», ο δεύτερος κόσμος πρέπει να φάει το μαστίγιο του «θα σε σκοτώσω και θα σε σφάξω άμα συνεχίσεις να κατεβαίνεις στον δρόμο».

Το «παντοδύναμο» όμως Θέαμα και οι από αυτό εκπορευόμενες life-style ταυτότητες (του «απολίτικού», του «πολιτικοποιημένου», του «ειρηνικού» και του «βίαιου», του «αγανακτισμένου» ή και του «εξεγερμένου»)  έχουν ένα βασικό πρόβλημα: Χάνουν τη δύναμη τους όταν ο κόσμος συναντιέται στις πλατείες, στους δρόμους και στα αμφιθέατρα και αρχίζει να μιλάει, να συμφωνεί, να διαφωνεί, να οργανώνεται, να αποφασίζει, να πραγματοποιεί, να κοιμάται, να ξυπνάει, να ονειρεύεται, να ερωτεύεται. Γενικώς να κάνει όλα αυτά που κάνουν οι άνθρωποι ανά τους αιώνες στις κοινότητες που φτιάχνουν ενάντια στους εκμεταλλευτές και καταπιεστές τους και το Θέαμα προσπαθεί εναγωνίως να διαμεσολαβήσει, για να τις διαλύσει.

Πρωτοδημοσιεύθηκε στις 31/05/2011 εδώ